ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ: Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν σήμερα (μέρος Α’)

Τελευταία ενημέρωση: 2014-02-03, 14:00:08
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ: Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν σήμερα (μέρος Α’)

A’ Ενας κόσμος που χάθηκε

Από τα χειρόγραφα του Ν. Χριστόπουλου

Με αφορμή το ρεπορτάζ της Γλυκερίας Υδραίου «Επαγγέλματα που χάνονται στο χρόνο», την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014, το οποίο αναφέρεται στη σχετική έρευνα – καταγραφή τους από τον επίτιμο πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Βόλου και συγγραφέα κ Ραφαήλ Φρεζή, θυμήθηκα κάποιες αντίστοιχες αναφορές του λαϊκού ζωγράφου του Βόλου, Νίκου Χριστόπουλου, μέσα από τα τετράδια των απομνημονευμάτων του.

Αυτές τις γραφές για κάμποσα παλιά και ανύπαρκτα, στο πέρασμα του χρόνου, τα περισσότερα επαγγέλματα, τις έθεσα συνολικά υπόψη στο γνωστό λαογράφο –ιστορικό και συγγραφέα- Γιώργο Θωμά, ως εμπίπτουσες πιο πολύ στη δική του ερευνητική αρμοδιότητα. Κι εκείνος αφού τις βρήκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τις παρουσίασε σε μια εμπεριστατωμένη μελέτη με σχόλια, σημειώσεις και απαραίτητες επισημάνσεις, στον 35ο τόμο του περ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο της Λάρισας στα 1999, με τίτλο «Παράξενα επαγγέλματα στο Βόλο του τέλους του 19ου αιώνα»,όπου εκδόθηκε και ανάτυπο.

Από τη μία, επειδή έχουν παρέλθει 15 ολόκληρα χρόνια από εκείνη τη δημοσίευση και επιπρόσθετα, λόγω του ενδιαφέροντος θέματος, θα ήταν χρήσιμη η γνωστοποίησή του, μέσω της εφημερίδας, σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, θ’ αποτολμήσουμε την επαναδημοσίευση των σχετικών αναφορών, με τη σειρά που αυτές παρατίθενται στα χειρόγραφα του απομνημονευματογράφου. Άλλωστε αποτελούν νομίζω ένα ευχάριστο ανάγνωσμα με αναμνήσεις, λησμονημένων καταστάσεων και δραστηριοτήτων του παλιού Βόλου, στα τέλη του 19ου αιώνα δοσμένων με τον ανεπιτήδευτο αλλά παραστατικό λόγο του καταγραφέα.

Ο Χριστόπουλος εστιάζει την μνήμη του σε παλιά επαγγέλματα που σιγά σιγά χάνονται στο χρόνο, σε διάφορα σημεία των απομνημονευμάτων του, άλλοτε στο πλαίσιο γεγονότων από τη ζωή και τα δρώμενα στο Βόλο των πρώτων δεκαετιών μετά την απελευθέρωση του 1881 και άλλοτε σε ενιαίες θεματικά ενότητες, όπου συναντούμε και τη συντριπτική πλειοψηφία των σχετικών αναφορών στο πέμπτο τετράδιο των αναμνήσεων του από τα εφτά που κατέλειπε συνολικά.

Καταγράφει επιγραμματικά τις λησμονημένες και όχι μόνο επαγγελματικές δραστηριότητες εκείνης της εποχής, συντάσσοντας ένα ευρύ και ενδιαφέροντα κατάλογο τους, ενώ κάπου - κάπου συμπληρώνει το λόγο του και με κάποια,ενίοτε ευτράπελα, περιστατικά.

Επισημαίνει πλανόδιους επαγγελματίες - πωλητές: χασάπης, τυροπώλης, γαλατάς - ξυνογαλάς, νερουλάς, μαστιχάς, ψαράς, καρβουνιάρης, γανωτής, όπως και άλλους υπαίθριους συνήθως, εργαζόμενους: ταμπάκης, τροχιστής, αγωγιάτης, αχθοφόρος, χιονάς, καφεκόπτης, συχαρικιάρης, πλέκτριες καλτσών και καλτσοδετών για τις βράκες, κατασκευαστής ποντικοπαγίδων, σιδερωτής φεσιών.

Δεν παραλείπει τους πρακτικούς γιατρούς, που έκαναν και άλλο επάγγελμα και καταπιάνονταν με όλα τα γιατροσόφια. Ακόμη κάνει λόγο για τους ψαράδες που διέθεταν τράτες και άλλα αλιευτικά σκάφη, τους οποίους και γνώριζε καλύτερα,από τις δικές του ενασχολήσεις ο Χριστόπουλος, στο ναυπηγείο και στο ψάρεμα. Ας δούμε τι σημειώνει:

Β’ Πρακτικοί γιατροί και ιχθυοπώλες

Στην Τρίτη κιόλας σελίδα των χειρογράφων του (α΄ τετράδιο) ο ζωγράφος,με αφορμή τις παιδικές του βόλτες στο σωζόμενο ακόμη Κάστρο των Παλαιών (κατεδαφίστηκε στα 1889 ),κάνει λόγο για τον Τούρκο κουρέα, απέναντι από τη είσοδο, που ήταν παράλληλα και πρακτικός πολυγιατρός: «Απέναντι στη πόρτα ήταν το κουρείο του Αλή Οστά που έκανε όλα τα επαγγέλματα, δηλαδή ήταν κουρέας, ήταν οδοντίατρος έβγαζε δόντια. Να σε φύλαγε ο Θεός να μη έπεφτες στα χέρια του, άρπαζε τη δοντάγρα (είδος τανάλια) και καργάριζε. Έβγαζε το δόντι αλλά μαζί με το δόντι ήταν και ένα κομμάτι μασέλα. Επίσης ήταν και παθολόγος, έκοβε το σαραλίκι, τη χρυσή, έκοβε βεντούζες κούφιες και κοφτές και άλλα πολλά. Αυτός ήταν ο Αλή Οστάς, αλλά ήταν και φιλάνθρωπος ότι του ‘δινες σου έλεγε ευχαριστώ».

Λίγες σελίδες πιο κάτω ο Χριστόπουλος καθώς αναφέρεται στον ιχθυέμπορο – αρχικά- πατέρα του, μνημονεύει τους πλανόδιους ιχθυοπώλες μαζί με άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως για τις λαϊκές αγορές της εποχής.

«Ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος ιχθυοπώλης του Βόλου που άνοιξε ιχθυοπωλείο το 1876. Τα ψαράδικα ήταν εκεί όπου είναι το ξενοδοχείο του Σκρέτα. Είχε συντρόφους τον Ν. Καστρινάκη, τον Αχιλλέα τον Καψάλα και τον Μήτσο τον Κοντοζήση από την Μακρυνίτσα. Τα ψάρια που έπιαναν οι τράτες τα έπαιρναν οι παρτάδες με τα γαλίκια, τα φόρτωναν στα μουλάρια και γύριζαν όλα τα χωριά. Οι καλύτεροι παρτάδες ήταν ο Νικ. ο Καισλής, ο Λεωνίδας ο Καλορίζος, ο Γιάννης ο Κοντοζήσης, ο Αγρής, ο Γιαννατσούλος και άλλοι. Όταν έρχονταν τα ψάρια έπρεπε να πουληθούν την ημέρα. ‘

Οσα περίσσευαν το βράδι τα βγάζαν στο Μπαγιατοπάζαρο στο γεφύρι, όχι μονάχα τα ψάρια αλλά και όλα τα τρόφιμα γιατί δεν υπήρχαν ψυγεία και τα λέγαμε γεφυράτα. Φτήνια και των γονέων: 7 ½ δεκάρες το διπλό το χάσικο ψωμί, 6 ½ το χαρτζίσιο δηλαδή το δεύτερο».

Oι πρακτικοί γιατροί οπωσδήποτε προτιμούνταν από μερίδα του κόσμου τότε και εκείνοι που δεν ήταν κομπογιαννίτες, αλλά διέθεταν ικανότητες, έστω και χωρίς δίπλωμα ιατρικής, κέρδιζαν την καθολική αποδοχή : «Ο μόνος χειρούργος στο Βόλο ήταν ο Εβραίος ο Μουζλους. Επειδή έκανε χαλάστρα στους γιατρούς τον απαγόρεψαν, αλλά εν τω μεταξύ έσπασε ο Μελέτης ο Σταματόπουλος (σ.σ. γνωστός εργοστασιάρχης) το ποδάρι του και κανένας δεν μπορούσε να τον γιατρέψει, όπου ανέλαβε ο Μουζλούς. και τον γιάτρεψε. Από τότε τον άφησαν ελεύθερο, αν και ήταν οβραίος ήταν καλύτερος από χριστιανό, ότι του έδινες σε έλεγε ευχαριστώ...» Ετούτη η γραφή ολοκληρώνει τα περιεχόμενα του τέταρτου τετραδίου.

Γ’ Πρώτη συγκεντρωτική αναφορά

Φαίνεται πως η παραπάνω αναφορά αποτέλεσε την αφορμή για την καταγραφή αρκετών παλιών επαγγελμάτων στη συνέχεια. Στο πέμπτο τετράδιο των αναμνήσεων του ο Χριστόπουλος περιλαμβάνει τρεις αυτόνομες ενότητες με την συγκεκριμένη θεματολογία.

Αρχικά στις τρεις πρώτες σελίδες μνημονεύονται εφτά συνολικά επαγγέλματα-ορισμένα πράγματι παράξενα - μαζί με τα απαραίτητα, όπου χρειάζεται κατά την γνώμη του καταγραφέα, πρόσθετα στοιχεία και σχόλια: ‘’Όταν απελευθερώθηκε ο Βόλος κατέβηκαν στα Καινούργια στο Κάστρο, όπως τον έλεγαν, οι πηλιορείτες, προπαντός οι Μακρυνιτσιώτες, το Βόλο.

Όταν έρχονταν κανένας πλούσιος με το παπόρι, ήταν ένας συχαρικιάρης ως είδος ταχυδρόμου που τον έλεγαν Γόγο. Φορούσε γουρουνοτσάρουχα και τραγομαλίσα τσουράπια ως είδος ποδήματα, εστέκονταν στη σκάλα και όταν θαλα βγούν όξω οι επιβάτες ρωτούσε και όταν ήταν κανένας πλούσιο ξενιτεμένος έτρεχε ( ήταν τόσο γρήγορος στα ποδάρια που δεν τον έφτανε κανένας), επήγαινε στο χωριό και έλεγε τα συχαρίκια και έπαιρνε το μπαξίσι. Αυτό ήταν το επάγγελμα του και ζούσε μια χαρά ‘’. Πραγματικά παράξενη ‘’ειδικότητα ‘’ με ικανότητες μαραθωνοδρόμου !

Συνεχίζει ο Χριστόπουλος με την πασίγνωστη κατηγορία των κιρατζήδων, δηλαδή των αγωγιατών με τα μουλάρια που μετέφεραν εμπορεύματα αλλά και ανθρώπους : ‘’ Ύστερα ήταν οι κερατζήδες, οι αγωγιάτες, είχαν τα μουλάρια στολισμένα με κιλίμια και με λουλούδια και καβαλίκευαν οι πλούσιοι και πήγαιναν στα χωριά, γιατί δεν υπήρχε δρόμος για να πάει αμάξι και έτσι ζούσαν πολλοί κερατζίδες, δηλαδή αγωγιάτες, όπως τους έλεγαν οι πηλιορείτες ‘’.Αγωγιάτες με ζώα για μεταφορές, υπάρχουν και σήμερα στα ορεινά χωριά, ώστε να είναι δυνατή η προσέγγιση και στα πλέον δύσβατα σημεία.

Στη συνέχεια ο απομνημονευματογράφος επανέρχεται στους πλανόδιους ιχθυοπώλες, που είχε μνημονεύσει και πρωτύτερα : ‘’Τρίτο επάγγελμα ήταν οι παρτάδες, δηλαδή ιχθυοπώληδες. Έπαιρναν τα ψάρια από τις τράτες, τα βάζαν μες τα γαλίκια (κοφίνια), τα φόρτωναν στα μουλάρια και γύριζαν όλα τα χωριά και τα μοσχοπουλούσαν. Οι περισσότεροι παρτάδες είχαν μερίδιο απ’ τις τράτες, 5 στο γρόσι, 10 στο γρόσι αναλόγως τη τράτα και ζούσαν μια χαρά. «Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως δούλευαν με ποσοστά επί των πωλήσεων.

Μια από τις πλέον άγνωστες και σπάνιες δραστηριότητες σημειώνεται πιο κάτω. Πρόκειται για τους συντηρητές και πωλητές χιονιού, που χρησιμοποιούνταν αντί του πάγου στην ψύξη νωπών τροφίμων». Τέταρτο επάγγελμα ήταν οι χιονάδες, προπαντός οι Μακρυνιτσώτες και Πορταρίτες. Μάζευαν το χειμώνα το χιόνι και το στίβαζαν μες στις σπηλιές και είχαν όλο το καλοκαίρι. Άμα το φέρναν στα ψαράδικα το βάζαν μες τις κασέλες και το κοπανούσαν με τον κόπανο για να μην λιώνει και έτσι βαστούσε 2-3 μέρες. ‘’

Ακολουθούν οι πωλητές- τεχνίτες δερμάτων που σε συγκεκριμένες μέρες έφθαναν απ τα χωριά τους στη βολιώτικη αγορά για να διαθέσουν το εμπόρευμά τους : ‘’ Πέμπτο επάγγελμα ήταν οι ταμπάκηδες. Κάθε Τετάρτη και Σάββατο θαλα κατεβάσουν τα πετσιά στα Καινούργια στο Κάστρο του Βόλου και τα μοσχοπουλούσαν και ζούσαν μια χαρά. Επίσης ψώνιζαν απ το παζάρι ζαρζαβάτια και πηγαίναν χαρούμενοι στα χωριά τους ‘’.

Δεν ήταν δυνατόν να παραλείψει ο Χριστόπουλος τους πηλιορείτες καρβουνιάρηδες που διέθεταν το προϊόν τους περιφερόμενοι στην πόλη του Βόλου. Άλλωστε η υλοτομία και η κατασκευή ξυλανθράκων αποτελεί και σήμερα σημαντική δραστηριότητα στο Πήλιο :

«Έκτο επάγγελμα ήταν οι καρβουνιάρηδες. Έφκιαναν ξυλοκάρβουνα και τα ‘φερναν στα Μαγαζιά, όπως τα ‘λέγαν οι χωριάτες και τα γύριζαν σε όλο τον Βόλο και τα μοσχοπουλούσαν και ζούσαν μια χαρά γιατί ήταν όλα ελεύθερα». Με την τελευταία φράση ο Χριστόπουλος υποννοεί μάλλον την απουσία αγορανομικών ελέγχων και γενικά κάθε περιορισμού στη διακίνηση –εμπορία.

Η πρώτη ετούτη ενότητα των παλιών επαγγελμάτων ολοκληρώνεται με τους αλιείς που δραστηριοποιούνταν με τις τράτες. Η τράτα (πεζότρατα) ελλείπει εντελώς σήμερα από την περιοχή του Βόλου στο πλαίσιο των αποσύρσεων –προγραμμάτων εξυγίανσης της αλιείας -ενώ δεν δίνονται νέες άδειες αυτού του μέσου που θεωρείται καταστροφικό, επειδή το δίχτυ είναι συρόμενο.

Στα χρόνια εκείνα της εκπνοής του 19ου αιώνα οι τράτες ανήκαν κυρίως σε Μακρινιτσιώτες και Σταγιατιώτες ψαράδες που δραστηριοποιούνταν και σε βολιώτικα αλιευτικά σκάφη : «Έβδομο επάγγελμα ήταν οι τράτες. Πρώτες και καλύτερες ήταν οι Μακρινιτσιώτικες και σταγιατιώτικες : πρώτη ήταν του Γιώργου του Κοντοζήση, 2η του Νικολάκη του Καισλή, 3η του Λεωνίδα του Καλορίζου, 4η των αδελφών Καψάλα, 5η του Κωσταντάκη, 6η του Αγγρή 7η του Γιαννατσούλα, όγδοη του Στράκια και άλλες. Διχτιάρικα : του Στιμοναρά, του Μουστάκα, του Σφάκα, του Κιαμέτη, του Αποστόλη του Κοντίνου, του Κατσάνου, καθώς και οι βολιώτικες τράτες εχρησιμοποιούσαν Μακρινιτσιώτες και Σταγιανιώτες τρατάρηδες : 1η του Αγγελή του Καντίκου, 2η του Νικολού του Καντίκου, 3η του Κωσταντού του Κατίκου, 4η του Αιμαμίτη, 5η του Σεναλέμη του Ζαργάνη και άλλες. Ήταν το πλουσιότερο επάγγελμα τα χρόνια εκείνα, όλο γλέντια και χαρές».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....

 

 

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
8
=