«Υμνος εις την Ελευθερίαν»

Τελευταία ενημέρωση: 2021-04-05, 12:20:36
«Υμνος εις την Ελευθερίαν»

 

Της Λίτσας Παρισάκη, Καθηγήτριας

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857). Ο Αρχηγέτης του Νεοελληνικού Έθνους. Ηγεμόνευσε και ηγεμονεύει κυρίως μετά θάνατον, από το 1859 και μετά, στην πνευματική του επικράτεια άτρωτος από κάθε είδους προσβολές. Η εξουσία του φανερώνει την ισχύ της και εμπνέει σε περιόδους μεγάλης δοκιμασίας. όπως η σημερινή.

            Άρχοντας, γενναιόδωρος, με μια διάνοια γαλουχημένη από τα ελληνικά ταχταρίσματα και παραμύθια της εργατικής μάνας του, το δημοτικό τραγούδι, τον Ερωτόκριτο και την Αγία Γραφή.

            Μιας διάνοιας που θρέφτηκε από τα αρχαία και τα λατινικά γράμματα που του πρόσφερε η κοινωνική ζωή του πατέρα του που διέθετε μεγάλη περιουσία.Είχε το μονοπώλιο της εμπορίας του καπνού, ανήκε στην τάξη των ευγενών, κατ’ όνομα κόμης του Τορτσέλο, ένα από τα νησάκια της Βενετίας.

            Η μητέρα του δούλευε στον πατέρα του, ήταν από τη Μάνη. Ο Διονύσιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 8 Απριλίου του 1798. Ο Δημήτριος που γεννήθηκε το 1802 ήταν αδελφός του από την ίδια μητέρα.

Ο πατέρας του, ο Νικόλαος, πριν τον Διονύσιο, είχε άλλα δυο παιδιά με την σύζυγό του Μαρνέττα Κάκνη, τον Ρομπέρτο και την Έλενα και τα οποία ο Νικόλαος πριν τον θάνατό του το 1807, αφού πριν έλαβε «δια γυναίκα νόμιμον και ευλογητικήν την κυρίαν Αγγελική», αναγνώρισε με διαθήκη ως νόμιμα και έτσι και τα δύο αυτά παιδιά απόκτησαν και αυτά δικαιώματα στην πατρική περιουσία.

Η μητέρα του Διονύσιου μετά την αναγνώριση των παιδιών της, παντρεύτηκε έναν υποτακτικό, τον Νικόλαον του Εμμανουήλ Λεονταράκη και απέκτησε γιο αμέσως, ο οποίος αργότερα ως νομικός διεκδίκησε κληρονομιά από τον Νικόλαο Σολωμό, υποστηρίζοντας τόσο αυτός όσο και η μητέρα του πως ήταν και αυτός γιος του Νικολάου Σολωμού.

            Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια μακρά δικαστική διαμάχη και οι διάφοροι «ευφάνταστοι βιογράφοι» να καταφύγουν σε παρερμηνείες και αλλοιώσεις επιστολών, με σκοπό να βλάψουν τον ποιητή (όπως αναφέρει ο Πολίτης).

            Ο Διονύσιος μετά τον θάνατο του πατέρα του σε ηλικία δέκα μόλις χρονών φεύγει για την Ιταλία και ο κηδεμόνας του τον γράφει στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία (το σημερινό Liceo Marco Foscarini). Ο ατίθασος όμως χαρακτήρας του τον φέρνει σε σύγκρουση με το αυστηρό σχολικό περιβάλλον και αναγκάζεται να γραφεί στο Λύκειο, στην Κρεμόνα. Εκεί παίρνει τα πρώτα βραβεία στην ρητορική και το 1815 που αποφοιτά πηγαίνει στη Παβία να συνεχίσει τις νομικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο, τις οποίες όμως δεν ολοκληρώνει.

            Ο Διονύσιος Σολωμός πλουτισμένος με το άνθος της ιταλικής σοφίας και ιδιαίτερα της δυτικοευρωπαϊκής λογοτεχνίας και σκέψης, επιστρέφει στη Ζάκυνθο μέσω Βενετίας, μετά από δέκα χρόνια απουσίας του.

            Η πρώιμη κλίση του στην ποίηση, οι επιρροές που δέχθηκε από τον ποιητή Μαντσόνι και του Βιττόριο Αλφιέρι δεν ήταν απλά μια επιθυμία να γράφει στίχους. Από μικρός είχε μια κλίση στην ποίηση. Όταν ο Μοντί Βιντσέντσο, [Ιταλός ποιητής του Νεοκλασικισμού (1754-1828)] του είπε: «Δεν πρέπει τινάς να συλλογίζεται τόσο», απάντησε: «Πρέπει πρώτα να συλλάβει ο νους με δύναμη κι έπειτα η καρδιά θερμά, να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε».

            Ο Σολωμός λειτούργησε από τον νου στην καρδιά.

            Ποια είναι η γλωσσική παρουσία που έχει γύρω του ο Σολωμός;

            Το ερώτημα αυτό τίθεται από τον Γιώργο Σεφέρη και δίνει ο ίδιος την απάντηση. «Είναι, πρώτα και βαθύτερα, η γλώσσα της μάνας του. της πληβείας Αγγελικής Νικλή. Έπειτα, είναι τα ιταλικά που μαθαίνει από μικρός».

            Η έκρηξη της επανάστασης τον έχει συγκλονίσει. Τον Μάιο του 1823 γράφει το πρώτο του μεγάλο ποίημα σε στίχους. «Ύμνος στην Ελευθερία».

            Μαζί με την ελευθερία τον συνεπαίρνει η κατάκτηση της λαϊκής γλώσσας. Στρέφεται προς τις πηγές της εθνικής παράδοσης, τη συλλογή δημοτικών τραγουδιών, ο Πολυλάς τα ονομάζει εθνικά (Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896), λόγιος από την Κέρκυρα, μεταφραστής, πολιτικός και πρωτοπόρος του Δημοτικισμού), τον συγκινεί η κρητική λογοτεχνία και γενικά τα δημώδη μεσαιωνικά κείμενα και τα δημοτικά της Κύπρου. Στις συγκεντρώσεις με τους φίλους του αυτοσχεδιάζει με σατιρική πάντοτε διάθεση.

            Το 1828 ο Σολωμός εγκαθίσταται στην Κέρκυρα και παραμένει μέχρι το τέλος της ζωής του.

            Η φήμη του είναι τεράστια. Εκείνο που τον απασχολεί είναι τώρα η μελέτη της γερμανικής φιλοσοφίας.

            Γνωρίζεται με τον συνθέτη Νικόλαο Μάντζαρο, ο οποίος θα μελοποιήσει τον «Ύμνον στην Ελευθερία» και άλλα ποιήματά του. Ποτέ όμως δεν ήρθε σε επαφή με τον ομότεχνο και συντοπίτη του ποιητή Ζακυνθινό, Ανδρέα Κάλβο. ίσως να έφταιξε η ιδιορρυθμία του, ίσως η υπεροψία του Κάλβου.

            Είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη και δεν συναντήθηκαν, όπως αναφέρει ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925), ποιητής και δημοσιογράφος από τη Θεσσαλονίκη.

Ο Σολωμός ήταν ενημερωμένος από τις εφημερίδες και τα χρονικά για όσα συνέβαιναν στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και από τον γύρω κόσμο που τραγουδούσε έπαιρνε τις μαρτυρίες και τα νοήματα από το στόμα του λαού.

Και όμως αυτός ο ποιητής της πατριωτικής έξαρσης του Ύμνου, «το αισθητικό αυτό έργο που πρώτο μετουσίωσε καλλιτεχνικά, το ιστορικό γεγονός σε πνευματική κατάθεση και λογοτεχνική μαρτυρία», δεν πήγε στην επαναστατημένη Ελλάδα να πιάσει το όπλο και να πολεμήσει.

Και ο Παλαμάς έγραψε την καλύτερη υπεράσπισή του: «Ο Σολωμός αν δεν εκράτησεν όπλο, με τη λύρα πλήρωσε το μεγάλο φόρο προς την Πατρίδα. Φτάνει πως έγραψε τότε τον Ύμνο και την Καταστροφή των Ψαρών και πως από τότε χτύπησε στη φαντασία του, μαγεμένη από το επικό μεγαλείο του πεσμένου Μισολογγιού, το ποίημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων» (Παλαμάς, 1970-75).

Όλες οι μεγάλες συνθέσεις του Σολωμού έμειναν αποσπάσματα. Το είχε πει στον Μάντζαρο. «Τα αυτοσχέδια ποιήματα έχουν την αξίαν των όταν μένουν όπως τα εγέννησε η στιγμιαία φαντασία, τα άλλα όμως ποιήματα έχουν ανάγκη από ψαλίδι, χτένι και λίμα». Να ήταν τάχα μόνο η ανάγκη, δηλαδή η συνεχής φροντίδα προς το τέλειο, που ποιήματα του Σολωμού έμειναν αποσπάσματα, ή επρόκειτο για συνειδητή αισθητική επιλογή;

Είναι φανερό ότι για το Σολωμό ο υπέρτατος σκοπός της τέχνης ήταν το απόσπασμα. Και αυτός ήταν ο λόγος που, όπως έχει παρατηρηθεί, οδηγούσε το Σολωμό από το ένα μη τελειωμένο έργο του στο άλλο, από τον ηρωικό στον μυστικιστικό ρομαντισμό, από την ελληνική γλώσσα, στην ιταλική και αντίστροφα.

Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» είναι ποίηση συνειδητά εθνικοπολιτική.

Με την έξαρση του ’21 και τη σύνδεση προς την αρχαία Ελλάδα ο Ύμνος δημιουργούσε τη βάση της νεοελληνικής ιδεολογίας. Καθιέρωσε τη φήμη του Σολωμού ως μεγάλου ποιητή, ο ένθερμος ενθουσιασμός του για την ελευθερία, η αντίθεσή του, η απεριόριστη προς τις σκοτεινές δυνάμεις της ανελευθερίας, η παρότρυνσή του προς τον λαό να απαλλαγεί από μια σκληρή τυραννία, έκαναν τον Ύμνο μια γραπτή προκήρυξη του προοδευτικού ρομαντισμού σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.

Και θα τελειώσω για σήμερα μ’ έναν στοχασμό του Σολωμού γραμμένος στα ιταλικά.

«Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου».

Ο Νικόλαος Μάντζαρος γεννημένος στην Κέρκυρα από εύπορη οικογένεια ευγενών γαιοκτημόνων του νησιού, με πατέρα νομικό, Ιάκωβος Χαλκιόπουλος, που σπούδασε στην Ιταλία και ήταν Μάντζαρος ιππότης που αργότερα προάχθηκε σε ταξίαρχο του τάγματος των ιπποτών και μητέρα τη Ρεγγίνα Τουρίνη, ποιήτρια και μουσικός από αριστοκρατική οικογένεια, ο Μάντζαρος πήρε τον τίτλο του ιππότη.

Από οκτώ χρονών είχε ένα φλογερό ενδιαφέρον για τη μουσική και τα πρώτα μαθήματα πιάνου και θεωρίας τα πήρε από τη μητέρα του. Αργότερα άρχισε μαθήματα βιολιού.

Δεκαπέντε χρονών είχε δάσκαλο στη θεωρητική τον Ιταλό Μπαρμπάτι, από τους πιο φημισμένους μουσικοδιδασκάλους της Ευρώπης, από τον οποίο διδάχθηκε αρμονία, κοντραπούντο και φούγκα, σύνθεση, οργανογνωσία και ενορχήστρωση.

Με βαθύ συναίσθημα να ανυψώσει το μουσικό επίπεδο των Ελλήνων, αρνήθηκε να διδάξει στους δασκάλους της Νάπολης και επέστρεψε στην Κέρκυρα αποφασισμένος να ζήσει ανεξάρτητος και να μορφώσει μουσικά την ελληνική νεολαία. Ήταν πολύ δημοφιλής, θεωρείται ο θεμελιωτής της Επτανησιακής Σχολής, μετριόφρων, ανεξίκακος, ευγενικός, μιλούσε πολλές γλώσσες. θεωρώντας τον εαυτό του όχι επαγγελματία μουσικό, αλλά ερασιτέχνη, δεν δεχόταν χρήματα, είχε ευγενικούς τρόπους, ευχάριστος με καλή συμπεριφορά, αληθινός αριστοκράτης. Όταν έγραφε, μελοποιούσε ή δίδασκε, στεκόταν πάντα όρθιος. Η τέχνη γι’ αυτόν ήταν το παν.

Την άνοιξη του 1823 ο Σολωμός έγραψε τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από στόμα σε στόμα. Το 1828-1830 μελοποιήθηκε από τον Μάντζαρο. Στην αρχή για τετραμελή ανδρική χορωδία και πιάνο με χαρακτήρα δημοτικό. Περιελάμβανε 24 μέρη. Οι δυο πρώτες στροφές αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο που καθιερώθηκε μετά την ένωση των Επτανησίων με την Ελλάδα το 1864, κατόπιν αιτήματος του βασιλιά Γεωργίου Α΄. Το 1842 γράφτηκε σε αντιστικτική μορφή για τετράφωνη ανδρική χορωδία με συνοδεία πιάνου που αφιερώθηκε στον βασιλιά Όθωνα. Η τρίτη μορφή συνθετικής γραφής του ύμνου είναι σε μορφή εμβατηρίου για τον στρατό, ύστερα από παράκληση του τότε υπουργού Στρατιωτικών Δημητρίου Μπότσαρη.

Στα τέλη του 1828 ο Διονύσιος Σολωμός εγκατάλειψε τη Ζάκυνθο και πήγε στην Κέρκυρα όπου έμεινε μέχρι το θάνατό του.

Ο Σολωμός αγαπούσε τη μουσική και σαν γνήσιος Ζακυνθινός έπαιζε κιθάρα και συνήθιζε να τραγουδά στα ποιήματά του. Όταν ο Μάντζαρος δίδασκε στους μαθητές του, ο Σολωμός ήταν πάντα στο ακροατήριό του.

Στην ελληνική επανάσταση του 1821 ο Μάντζαρος και ο Σολωμός υπήρξαν δύο Επτανήσιοι δημιουργοί, «μουσικοί υμνητές».

Από τα σπουδαιότερα έργα του Μάντζαρου θεωρείται η μελοποίηση του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου Σολωμού, με τον οποίον είχε μια στενή φιλία.

Ο Μάντζαρος πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια μαθήματος, στις 12 Απριλίου του 1872, φτωχός.Ακόμα και στην εποχή που βρισκόταν σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια καθώς συνέχισε να διδάσκει δωρεάν.

Ακολουθήστε τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ στο GOOGLE NEWS για άμεση ενημέρωση.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από τον Βόλο, την Μαγνησία, την Ελλάδα και τον κόσμο
απο τον
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
2
+
6
=