1940 Η ξεχασμένη ευχή του πλωτάρχη

Τελευταία ενημέρωση: 2020-10-29, 13:01:10
1940 Η ξεχασμένη ευχή του πλωτάρχη

Του Γιάννη Γκλάβατου,  SV4LAU

 

 Ο πλωτάρχης του Βασιλικού Ναυτικού Πέτρος Καρύδης στοχεύοντας με το παλαιού τύπου πολυβόλο. Σε μια μικρή ανάπαυλα άνοιξε στα γρήγορα την ασημένια ταμπακιέρα. Το υποβρύχιο «Παπανικολής» εγχάρακτο με αριστοτεχνικό τρόπο στο πάνω μέρος της. Έβγαλε τσιγάρο, το χτύπησε να πέσει ο καπνός, άναψε.

« Ένας θαλασσινός στο βουνό» μονολόγησε… ενώ έβαζε καινούργια δεσμίδα. Το χιούμορ δεν τον εγκατέλειπε ποτέ.

Η σκέψη του πήγε πίσω, τότε που ο κυβερνήτης του συγκεκριμένου υποβρυχίου Μιλτιάδης Ιατρίδης* του έκανε δώρο την ταμπακέρα. Πέρασαν μαζί για λίγο καιρό, ο Πέτρος είχε λάβει ολιγόμηνη απόσπαση εκεί με τον βαθμό του υποπλοιάρχου.

Εντύπωση μεγάλη του έκανε η ιδιοσυστασία του κυβερνήτη. Αγέρωχη ψυχή, καλοσύνη, υψίστη ικανότητα στην ναυτοσύνη, μυαλό απαστράπτον. Δημιουργήθηκε μεγάλη φιλία μεταξύ τους, άλλωστε κατάγονταν από το ίδιο μέρος, το Σοφικό Κορινθίας. . Κατόπιν ο Πέτρος προήχθη σε πλωτάρχη και ανέλαβε άλλη υπηρεσία.

 Απορίας άξιο είναι το γεγονός της ταχύτητας σκέψεως, όταν η ανθρώπινη ύπαρξη βιώνει έκτατες και κρίσιμες στιγμές. Σαν μια γρήγορη ταινία η οποία μα αυξάνουσα επιτάχυνση καλπάζει στην οθόνη του μυαλού.

 Η προηγούμενη του πολέμου ημέρα τον βρήκε εν πλω.. Είχε λάβει ειδική όσο και απόρρητη επιστολή. Με συνοδεία ενός μικρού αριθμού στρατιωτικών και των τριών σωμάτων οι οποίοι είχαν επιμέρους αποστολές, είχε αναχωρήσει για το μέτωπο. Ήταν ο επικεφαλής και έφερε την πλήρη ευθύνη ως προς την επιτυχία του όλου εγχειρήματος.

Θα διαβίβαζε οδηγίες από το Γενικό επιτελείο ενώ παράλληλα θα έπαιρνε αναφορές από τους διοικητές για την εκεί κατάσταση. Επίσης μετέφερε πολεμικό υλικό, ότι ήταν διαθέσιμο από το υγειονομικό τμήμα, είδη ιματισμού και τον νέο κώδικα αποκρυπτογράφησης, τον οποίο θα παρέδιδε δια χειρός και μόνο στον αρμόδιο ανώτερο αξιωματικό.

 Η κατάσταση απαιτούσε ταχύτητα, ορθοτροπία , γρήγορα αποτελέσματα. Σαφής και η διαταγή για σιγή ασυρμάτου και πολιτική περιβολή όλων, μέχρι την Θεσσαλονίκη.

Χρόνος δεν υπήρχε. Μέχρι την συμπρωτεύουσα ταξίδεψαν δια θαλάσσης με πλοίο αλιείας ώστε να μην υπάρξουν υποψίες από τον εχθρό- άλλωστε όλα τα πολεμικά πλοία είχαν ήδη αποστολές- και κατόπιν οδικώς. Μόλις που πρόλαβε να αποχαιρετήσει την οικογένειά του.

  • «Τι σκέφτεστε κύριε πλωτάρχα;» τον ρώτησε ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος** (Ρόδιος την καταγωγή) , διοικητής του 2ου λόχου της διλοχίας Βασιλόπουλου, κατρακυλώντας στο όρυγμα ενώ η ματιά του αναζητούσε να εντοπίσει τους πληγωμένους στρατιώτες του.
  • «Ότι αυτός ο αποκλεισμός μου μετά τον βομβαρδισμό του δρόμου, αποκλείει την επιστροφή στο πλοίο μου. Ευτυχώς που πρόλαβαν οι υπόλοιποι», απάντησε ο Πέτρος.
  • Προς το παρόν είναι αδύνατη η επιστροφή σας , έδωσα όμως διαταγή στο τμήμα διαβιβάσεων να μεταφέρει τις αναφορές σας, με τον νέο κώδικα. Πιστεύω πως ήδη ο ασυρματιστής έκανε την δουλειά του, ανταπάντησε ο λοχαγός.

Οι συνεχείς βομβαρδισμοί από αέρος, ο εξωφρενικός ήχος των οβίδων του ιταλικού πυροβολικού και οι συνεχείς εκρήξεις, οι όλμοι που προσπαθούσαν να πλήξουν συγκεκριμένους στόχους έκαναν τα πρόχειρα υποστυλώματα του ορύγματος να καταρρέουν , ενώ χώματα έπεφταν παντού. Η μυρουδιά του αίματος διάχυτη. Η παρουσία του θανάτου αισθητή με βίαιο τρόπο. Οι τόσες κραυγές για βοήθεια δονούσαν τον αέρα.

Κραυγές που δεν μπορούν να περιγραφούν με λέξεις…

 Ήταν και αυτό το κρύο, μεγάλος και αμείλικτος εχθρός.

 Οι δύο αξιωματικοί, έπρεπε να φωνάζουν για να ακουστούν μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα πολεμούσαν. Όμως έδειχναν εντελώς ήρεμοι όσο και νηφάλιοι. Αυτό το γεγονός έδινε τα πλείστα του θάρρους στους υπόλοιπους οπλίτες.

Η αλήθεια ήταν πως εκείνη την χρονική στιγμή οι εξελίξεις στο μέτωπο ήταν τραγικές. Κάθε μάχιμος ήταν απαραίτητος. Κάθε σφαίρα πολύτιμη.

 Σύμφωνα με τις τελευταίες αναφορές «Η κατάσταση στην Πίνδο είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο της». Η διαταγή που έλαβε ο υπολοχαγός ήταν πάση θυσία και με οποιοδήποτε κόστος, να καταλάβει μια δασωμένη κορυφή που κατείχε ο εχθρός, την Τσούκα. Εκεί οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει ισχυρότατες δυνάμεις.

 Έμοιαζε απόρθητο το συγκεκριμένο σημείο.

Γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει βοήθεια ο υπολοχαγός μαζεύει τον λόχο του. Με λίγα λόγια και μεστά τους εμψυχώνει.

Αρχίζει η επίθεση.

 Οι Ιταλοί υποστηρίζονται από πυροβολικό και πυκνά πυρά όλμων.

Ο πλωτάρχης έχοντας τουφέκι από πληγωμένο φαντάρο, με την λόγχη εφ’ όπλου, εφορμά στην πρώτη γραμμή του πυρός δίνοντας το παράδειγμα μαζί με τον υπολοχαγό.

 Φόβος την στιγμή της δράσης δεν υφίσταται.

 Η κορυφή αλλάζει χέρια τέσσερις φορές ενώ επί δύο ώρες μαίνεται μια μάχη που αφήνει πίσω της πολλούς τραυματισμένους και πιο πολλούς νεκρούς.

Ο άγγελος του θανάτου, πραγματοποιώντας συνεχείς πτήσεις παίρνει ολοένα και περισσότερες ψυχές.

 Η ώρα είναι 11:30 της πρώτης Νοεμβρίου 1940. Στην τελευταία μανιασμένη αντεπίθεση των Ελλήνων μια ριπή πολυβόλου στερεί από τον μπροστάρη υπολοχαγό Αλέξανδρο Διάκο, την γήινη ζωή του.

 Ο υποδιοικητής του ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας*** από τον Πλάτανο Τρικάλων ακολουθεί στον θάνατο τον διοικητή του λίγες στιγμές αργότερα.

 Ο πλωτάρχης αναλαμβάνει τα ηνία! Έχοντας ήδη αποκεκομμένα τέσσερα δάκτυλα του αριστερού χεριού από έκρηξη όλμου δίπλα του, βγάζει το πιστόλι και κραυγάζοντας ορμά προς την κορυφή. Οι στρατιώτες τον ακολουθούν με ηθικό και φρόνημα απαράμιλλο.

Σε λίγο ξεμένει από πυρομαχικά. Αρπάζει από το έδαφος μια ξιφολόγχη και συνεχίζει με περισσότερο ενθουσιασμό. Φαντάζεται την γαλανόλευκη στην κορυφή του υψώματος!

 Ο θάνατος βλέποντάς την ορμή του τρόμαξε.

 Ο θάνατος δείλιασε…

 Η γυναίκα του η Ελευθερία στον Πειραιά, αντιλήφθηκε να την διαπερνάει ένας εντελώς κρύος αέρας. Βίωσε μια απόλυτη παγωνιά και το πνεύμα της σκοτίστηκε.

 Φοβήθηκε.

 Έσφιξε την κόρη της την Ελπίδα στην αγκαλιά της. Χωρίς να το καλοκαταλάβει δάκρια ανέβηκαν στα μάτια της. Διέκρινε, σαν να υπάρχει μπροστά της ένα θολό κρύσταλλο, τον άνδρα της να την χαιρετάει χαμογελαστός.

 Βλέποντας ο πλωτάρχης Πέτρος Καρύδης τον ουρανό, μέσα από τις κορυφές των δέντρων μειδίασε. Αισθάνθηκε μια θαλάσσια αύρα.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε το μέρος, τον τόπο τον χρόνο… «Είναι δυνατόν;» σκέφτηκε. Θαλάσσια αύρα στα βουνά;

Κατάλαβε…

Είδε και το σκούρο αίμα που ξεπηδούσε από το στήθος του…

Η αναπνοή δύσκολη. Λίγες στιγμές κατόπιν, αίμα του ήρθε και στο στόμα.

 Πόνο δεν αισθανόταν.

 Κάπου είχε διαβάσει πως τις ύστατες στιγμές, όταν όλο το «είναι» του ανθρώπου καταλαβαίνει με σιγουριά το τέλος, οι ενδορφίνες φροντίζουν να μην υπάρχει πόνος.

Δεν φοβόταν.

Οι σκέψεις άρχισαν να τρέχουν.

 Να τρέχουν για να προλάβουν…

Χάρηκε διότι κατάλαβε πως η κορυφή σύντομα θα ήταν ελληνική.

Χάρηκε γιατί στάθηκε όπως έπρεπε.

 Δεν κιότεψε.

Επιβλήθηκε στους φόβους του και τους νίκησε!

 Είχε ένα ερώτημα ύψιστο η ψυχή του αυτές τις τελευταίες στιγμές: « Πως θα ήταν η Ελλάδα μετά;».

 Έβλεπε δίπλα του διασκορπισμένα, διαμελισμένα σώματα ελλήνων χωρίς πνοή. Μάτια ανοιχτά που δεν είχαν πια ζωή μέσα τους. Έλληνες που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, όλοι νέοι. Εκεί σωριασμένοι με την τελευταία έκφραση αποτυπωμένη στο πρόσωπό τους.

 Άλλοι αργοπέθαιναν και το ήξεραν. Δεν βαρυγκωμούσαν όμως.

 Όλοι συνηθισμένοι άνθρωποι που άφησαν την ζωή τους, την οικογένειά τους, την εργασία τους, την βολή τους και έτρεξαν να υπερασπιστούν το ύψιστο αγαθό: την ελευθερία! Την ελευθερία για τους γιούς τους και τις κόρες τους. Και για αυτό, τελώντας εν ελευθερία βούλησης και σκέψης έδωσαν την ζωή τους.

 Αυτό ήθελαν και αυτό επέλεξαν. Απλά και ντόμπρα!

 Χωρίς τυμπανοκρουσίες, παχιές κουβέντες και μεγαλόσχημες τελετές.

Δάμασαν κρύο, πείνα, συναίσθημα.

Άντλησαν δύναμη από το της ψυχής τους μεγαλείο. Άφησαν πίσω ορφανά και χήρες, αδέλφια, συγγενείς, φίλους, όνειρα.

 Δεν πρόλαβαν καν, να δακρύσουν.

Αυτά σκεφτόταν ο πλωτάρχης**** ψυχορραγώντας.

Η ψυχή του, με όλο το εύρος της, απηύθυνε μια ευχή εκεί ψηλά: Να τιμήσουν οι απόγονοι των Ελλήνων την ελευθερία δημιουργώντας ένα καλύτερο κόσμο, μια καλύτερη χώρα. Μια χώρα στην οποία θα είναι τιμή και ευτυχία να ζει κάποιος.

Μια χώρα με πραγματική δημοκρατία και αλληλεγγύη , με ανθρωπιστικά ιδεώδη.

Αυτά ζήτησε η ψυχή του πριν το τέλος της εδώ ζωή της, με την ελπίδα πως η ορθοπραξία των επόμενων γενιών θα προσφέρει ανάπαυση και γαλήνη στις ψυχές των νεκρών, αυτού του πολέμου.

 Επάνω στο γαλάζιο του ουρανού που δανείζει το χρώμα του στην θάλασσα, είδε την γυναίκα του και την τρίχρονη κόρη του…

 Η ψυχή του έπλευσε σε αυτό το γαλάζιο…

Υποσημειώσεις

* Ο Μιλτιάδης Ιατρίδης ήταν ο πλωτάρχης, κυβερνήτης του υποβρυχίου «Παπανικολής». Προβιβάστηκε σε αντιπλοίαρχο επ’ ανδραγαθία και του απονεμήθηκε το «Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας», στις 30 Δεκεμβρίου 1940. Στις 18 Φεβρουαρίου 1960, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας, σε ηλικία 54 ετών.

**Ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος ήταν ο πρώτος πεσών αξιωματικός (στο Αλβανικό μέτωπο) της ΣΣΕ του στρατού ξηράς. Έπεσε στην μάχη της Τσούκας (1-11-1940). Εκτενής αναφορά υπάρχει σε παλαιότερο κείμενό μας.

 *** Ο έφεδρος Ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας από τον Πλάτανο Τρικάλων, ήταν πρώτος πεσών έφεδρος αξιωματικός του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας,. Στην πλατεία του Πλάτανου Τρικάλων έχει στηθεί από το 1980 ορειχάλκινη προτομή του Ελ. Ντάσκα. Από τότε τελούνται προς τιμήν του την πρώτη Κυριακή κάθε Νοεμβρίου τα “Ελευθέρια ”, πολιτιστικές – αθλητικές εκδηλώσεις, αφού ήταν και πρωταθλητής του Γυμναστικού συλλόγου Τρικάλων. Επίσης στην Άρτα, οδός στην περιοχή «Τρίγωνο» έχει πάρει το όνομά του.

 **** Ο πλωτάρχης Πέτρος Καρύδης είναι ένα φανταστικό πρόσωπο. Με δική του ελεύθερη και συνειδητή βούληση εισήλθε στα γεγονότα που πιο πάνω αναφέρονται., επιθυμώντας διακαώς την εκπλήρωση της ευχής του.

Ακολουθήστε τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ στο GOOGLE NEWS για άμεση ενημέρωση.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από τον Βόλο, την Μαγνησία, την Ελλάδα και τον κόσμο
απο τον
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
6
+
1
=