Η νενέ μας και ο Τσακιτζής

Τελευταία ενημέρωση: 2020-03-22, 12:09:47
Η νενέ μας και ο Τσακιτζής

Της Βασιλείας Γιασιράνη – Κυρίτση

Η θεία Βαγγελιώ Αδαμίδη, η αδελφή του παππού μου Αναστάση Μαρμαρά, δεν ήξερε παραμύθια. Παρ’ ότι είχε μεγαλώσει στη χώρα των παραμυθιών, ένα και μόνο μας έλεγε ανακατεύοντας μύθο και αλήθεια.

Έπαιρνε σοβαρό ύφος, το πρόσωπό της γέμιζε περηφάνια και με δυνατές φράσεις αλλά και φαντασία ανίκητη άρχιζε…

Στο τέλος του 19 αιώνα και στις αρχές του 20 στης Σμύρνης τα δασωμένα βουνά ζούσε ο Τσακιτζής Μεχμέτ Εφές, ο ήρωας των Ελλήνων και των Τούρκων. Γεννημένος το 1872 σε ένα χωριό κοντά στην αρχαία Έφεσο, το Αγιασουλούκ καβάλα στο άσπρο του άλογο, τριγυρνούσε με τα παλικάρια του την περιοχή του Αϊδινίου υπερασπιζόμενος το δίκαιο των φτωχών. Ήταν τρομερά γρήγορος, εύστοχος στο βόλι, πολύ παράτολμος, πονηρός, ατρόμητος αλλά και πολύ ευαίσθητος.

Βασισμένος στην αγάπη των φτωχών, σαν ένας άλλος Ρομπέν των δασών, πιστεύοντας ότι δεν αδικούσε κανέναν, λήστευε τους πλουσίους για να βοηθήσει τους φτωχούς και να παντρέψει άπορες κοπέλες.

Τον αποκαλούσε «ιππότη της Ανατολής» και η ζωή του, οι περιπέτειες, οι έρωτές του έπαιρναν διαστάσεις εξωπραγματικές και τροφοδοτούσαν τη λαϊκή αντίληψη της εποχής του για τη ζωή και τον θάνατο. Προίκιζε φτωχές κοπέλες, έχτιζε γεφύρια, βρύσες, έφτιαχνε κοινωφελή έργα. Οι πλούσιοι Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι και άλλοι, διαμαρτύρονταν στις αρχές και ζητούσαν την εξόντωση του Τσακιτζή. Όμως οι φτωχοί, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία, τον αγαπούσαν, τον προστάτευαν και του πλέκανε τραγούδια στα ελληνικά, στα τούρκικα, στα αρμένικα.

Κάποια εποχή ένα από τα παλικάρια του λαβώθηκε σε μια επίθεση. Η κατάστασή του ήταν σοβαρή και οι πληγές μεγάλες.

Στα Θείρα, η νενέ μας Ελένη Μαρμαρά ήταν γνωστή μαμή και γιάτρισσα. Μάζευε βότανα και με πρακτικά μέσα θεράπευε δωρεάν τους συγγενείς και φίλους αλλά και άλλους που της ζητούσαν βοήθεια.

Οι ασθενείς δε επειδή έμεναν ευχαριστημένοι της έφερναν όταν θεραπεύονταν ό,τι καλό είχαν από τη σοδειά τους και τα αποκτήματά τους. Η φήμη της τριγυρνούσε στα γύρω χωριά και σχεδόν κάθε μέρα είχε αφιερώσει χρόνο από την οικογένειά της στους ασθενείς που την περίμεναν. Στην προσπάθειά του ο Τσακιτζής να βρει κάποιον να θεραπεύσει το παλικάρι, έμαθε για τη γιάτρισσα Ελένη και έστειλε στα Θείρα τα παλικάρια του, παραμόνεψαν στην αυλή του σπιτιού της και την άρπαξαν. Ειδοποίησαν όμως τους πέντε λεβέντες της τον Αναστάση, τον Νικολάκη, τον Κωστή, τον Στέλιο και τον Μάρκο, που δούλευαν στο νταμάρι έξω από τα Θείρα, να μην ανησυχούν γιατί την απήγαγαν για καλό, για να γιατρέψει το πρωτοπαλίκαρό του. Πράγματι άφοβη η νενέ ζήτησε τα χρειαζούμενα, μάζεψε τα βότανά της και προσπάθησε να ρίξει τον πυρετό και να γιατρέψει τις πληγές του.

Οι μέρες κυλούσαν εφιαλτικές για την οικογένεια. Όχι όμως για τη νενέ μας. Εκείνη έπρεπε για να φύγει να κάνει καλά τον άρρωστο, αλλιώς κανείς δεν ήξερε την αντίδρασή του Τζακιτζή. Και πέρασε πάνω από μήνας αλλά η νενέ μας δεν εμφανιζόταν.

Μετά σαράντα μέρες την έφεραν πάνω στο άλογο συνοδεία πολλών φρουρών και την άφησαν λίγο πέρα από τον μεγάλο της κτήμα. Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι της βρήκε την μοναχοκόρη της Βαγγελιώ να μουρμουρίζει λόγια για την απουσία της. Αγκαλιάστηκαν, σφιχταγκαλιάστηκαν, έκλαψαν και έμειναν έτσι για ώρα. Είχε όμως στο στήθος της κρεμασμένο ένα πάνινο χρωματιστό σακουλάκι. Το δώρο του Τσακιτζή σε κείνη.

Ήταν ένα περιδέραιο από χρυσά φλουριά, αμοιβή για τις υπηρεσίες της σε κείνον. Είχε μάθει πως είχε κόρη ανύπαντρη και βάζοντάς την πάνω στο άλογο, της το χάρισε δώρο για τον γάμο της… Δεν χόρταινε να το βλέπει. Η αξία του ήταν μεγάλη αλλά περισσότερο ήταν η αναγνώρισή της ως γιάτρισσα. Αυτή όμως είχε κάνει το καθήκον της, όπως συνήθιζε.

Ήταν περήφανη που τον είχε γνωρίσει, είχε μιλήσει, είχε ζήσει μαζί του τόσες μέρες, είχε κοιμηθεί στη μεγάλη σπηλιά με τους τόσους θησαυρούς, είχε δει και είχε μάθει την αλήθεια του ήρωα-θρύλου Τσακιτζή.

Γύρισαν και τα αγόρια της και περήφανα αγκάλιασαν όλα μαζί τη νενέ ευχόμενα να ζήσει «σαν τα ψηλά βουνά».

Πέρασαν περίπου δέκα χρόνια η ζωή στα Θείρα συνεχιζόταν στην κανονικότητά της και κάποια μέρα έφτασε η θλιβερή είδηση του θανάτου του Τσακιτζή. Ήταν η χρονιά του 1912 και όλοι μιλούσαν για τον άδικο χαμό του, για την ενέδρα που του έστησαν να τον «ξεπαστρέψουν».

Ένας άνθρωπος ανέλαβε να τον εξολοθρεύσει, τον παγίδευσε χρησιμοποιώντας πολύ μεγάλη μαεστρία και τον σκότωσε χάρη στην τόλμη του αδερφού του, που χώθηκε σ ένα νερόλακο και σκαρφάλωσε με υπεράνθρωπες προσπάθειες μια πολύ απότομη βραχοπλαγιά.

Ο θάνατός του ηρωικός, όπως και οι πράξεις του. Είχε δώσει εντολή στα παλικάρια του να αποκεφαλίσουν το πτώμα του και να το γδάρουν για να μην τον αναγνωρίσουν. Το αναγνώρισε όμως η πρώτη του γυναίκα.

Είπαν στα Θείρα πως οι τούρκοι χωροφύλακες το κρέμασαν από τα πόδια και το άφησαν εκτεθειμένο σε κοινή θέα στο κέντρο της πλατείας του Ναζιλί, για παραδειγματισμό. Όμως πολύς κόσμος έκλαιγε που το έβλεπε και το πήρε πολύ βαριά που εκτέθηκε δημόσια, κρεμασμένο ανάποδα το σώμα ενός τόσο γενναίου ανθρώπου. Έκλαψαν και τα μάτια της νενές που γέμισαν δάκρυα γιατί τον είχε γνωρίσει, γιατί μετά όταν ο Τσακιτζής επισκεπτόταν τα Θείρα πήγαινε σπίτι της…

Αυτά έλεγε η θεία Βαγγελιώ και το πρόσωπό της σκοτείνιαζε, κι ύστερα έλαμπε με μιας που θυμότανε τη μάνα της και τις συμβουλές της που ακολούθησε η ίδια και έγινε γιάτρισσα.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
1
=