Στα βιβλιάρια σύνταξης των εμπόρων, το κράτος κατέθεσε «αυξήσεις» από 3 έως 13 ευρώ!

Τελευταία ενημέρωση: 2020-02-19, 15:18:45
Στα βιβλιάρια σύνταξης των εμπόρων, το κράτος κατέθεσε «αυξήσεις» από 3 έως 13 ευρώ!

Του Περικλή Βασιλού

 

Επ’ ευκαιρία λοιπόν αυτού του «μεγάλου γεγονότος», το Σάββατο 9 Φεβρουαρίου, οι συνταξιούχοι έμποροι, αποφάσισαν να «ξεφαντώσουν» για λίγο στην αίθουσα «Αίγλη» του ξενοδοχείου «Πανελλήνιον» και να καταναλώσουν έτσι αυτό το μερίδιο αύξησης στη σύνταξή τους, παίρνοντας επιτέλους βαθιές ανάσες μετά την πολύχρονη κρίση που βασανίζει ακόμη τη χώρα…

Αλλά ας σοβαρευτούμε τώρα, τα ποσά αυτά που κατατέθηκαν είναι από αστεία έως προσβλητικά, πολλοί δε, σκέφτονται να τα στείλουν με «επιταγή» στον Υπουργό Οικονομικών!

Αναρωτιόμαστε, άραγε τι σκέφτηκαν εκεί στο Υπουργείο, παίρνοντας αυτή την απόφαση, δεν κατάλαβαν ότι το μόνο συναίσθημα θα ήταν η οργή για τον εμπαιγμό;

Τα γράφουμε αυτά, γιατί όλες αυτές τις ημέρες καταγράψαμε μόνο πικρία και θυμό, για μια παράταξη που σκόρπισε ελπίδες για κάτι καλύτερο, αλλά όχι όμως με αυτό τον τρόπο…

Δεν κατήργησε τον ΕΝΦΙΑ - που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για κάθε είδους ενέργεια- γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα, να αρνούνται πλέον πολλοί τις «κληρονομιές» και ερημωμένα κτίρια να αποτελούν ζωντανό και διαρκή εφιάλτη για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτεςπου πληρώνουν (;) χαράτσι στον «νέο Τούρκο» πλέον, που είναι το ελληνικό κράτος!

Αυτή η «κυβέρνηση ελπίδας», που ψηφίστηκε για να «διορθώσει» τα κακώς κείμενα, είναι υποχρεωμένη και θα έπρεπε να αναλάβει και την ανατροπή της παράνομης αυτής κοινής απόφασης Σαμαρά – Βενιζέλου που τραυμάτισε την οικοδομή κι έφερε σε απόγνωση πάνω από εκατό επαγγέλματα, ένα παραγωγικό δυναμικό που βολοδέρνει εδώ και πολλά χρόνια, κινούμενοι σε επίπεδα εξαθλίωσης, μη μπορώντας να ανταποκριθεί ούτε στα συνταξιοδοτικά της καθήκοντα…

Είμαστε όλοι μάρτυρες μιας συνεχιζόμενης εφιαλτικής κατάστασης, οι πολιτικοί βλέπουν αλλά δεν συναισθάνονται, αδιαφορούν για το πόσο άλλαξε η ζωή του Έλληνα, δεν αισθάνονται πια καμιά «απειλή» γι’ αυτό που συμβαίνει;

Επί δεκαετίες, υπηρετήσαμε με δυναμικό και ενίοτε σκληρό τρόπο τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου και αισθανόμασταν τη δικαίωση όλων αυτών των αγώνων, αλλά τώρα ως… επίτιμος πλέον, θλίβομαι και οργίζομαι πολύ με όλα αυτά που συμβαίνουν…

Αλλά ας γυρίσουμε τώρα για λίγοσε αυτά που συνέβησαν στο «γνωστό ξεφάντωμα» λόγω της «μεγάλης αύξησης» στη σύνταξη των εμπόρων, μια ευκαιρία απόδρασης από τα γνωστά προβλήματα που ως συνταξιούχοι έχουμε και που γίνονται δυσκολότερα όσο γερνάει το κορμί… Η συνάντηση κύλισε πολύ ευχάριστα, αφού εκτός του γεύματος περιελάμβανε και χορό και τραγούδι με ζωντανή μουσική, κι ευχόμαστε και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά και να ξανασυναντηθούμε…

Ήμασταν λοιπόν, ο Πρόεδρος του Σωματείου Συνταξιούχων Εμπόρων κ. Μάκης Μιχαλίτσης με το Διοικητικό Συμβούλιο και αρκετοί προσκεκλημένοι όπως, οι κ.κ. Βασίλειος Γιαγιάκος Πρ. ΕΒΕ, Ηρακλής Μπλουγούρας επιτ. Πρ. Εμπ. Συλλ. Τρικάλων, Ευάγγελος Αγγελάκης Πρ. Ομοσπ. ΕΒΕ, ο Πρόεδρος Σωματείου Καρδίτσας Γεώργιος Παπανικολάου με τη σύζυγό του και οι σύμβουλοι Βασίλειος Ζησόπουλοςκαι Θωμάς Γιαννάκαςεπίσης με τις συζύγους τους, ο Πρόεδρος Σωματείου Κατερίνης Ιωάννης Βελλής με τη σύζυγό του, ο Αντιπρόεδρος Σωματείου Λάρισας Σπύρος Κουτσολικάκης με τη σύζυγό του και οι σύμβουλοι κ.κ. Γκρόπας και Τσιφούτης.

Το μήνυμα αυτής της συνάντησης είναι ότι, ο Πρωθυπουργός και οι συν αυτώ, πρέπει να καταλάβουν το μέγεθος της αδικίας που γίνεται εδώ και χρόνια και να καταργήσουν τους παράνομους νόμους σαν τον ΕΝΦΙΑ, για μας τους απόμαχους της ζωής, είναι δυο και τρείς φορές δυσκολότερα και θα τους αφιερώσουμε ένα ποίημα του Καβάφη για «έναν γέρο»: «Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος/σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος/ με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά. Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια/σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια/που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά. Ξέρει που γέρασε πολύ/το νοιώθει, το κυττάζει. Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό. Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα/ και πως την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! – την ψεύτρα που έλεγε : «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.» Θυμάται ορμές που βάσταγε/και πόση χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι/ κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει. …Μα απ΄το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται/ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

  Καλά γεράματα σε όλους…!

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
9
=