Προβληματισμοί για τον γραπτό λόγο των Ελλήνων μαθητών

Τελευταία ενημέρωση: 2019-10-14, 12:24:20
Προβληματισμοί για τον γραπτό λόγο των Ελλήνων μαθητών

Της Δωροθέας Πέρπερα, Φιλόλογου

 

Η κρίση της γλώσσας, λίγο πολύ, είναι εμφανής σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ειδικότερα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα πολλών ερευνών, πολύ μεγάλο ποσοστό του συνόλου των μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αντιμετωπίζει προβλήματα που σχετίζονται με την παραγωγή γραπτού λόγου. Οι σημερινοί έλληνες μαθητές/τριες αδυνατούν να μιλήσουν και να γράψουν την μητρική τους γλώσσα σε ικανοποιητικό επίπεδο. Οι μαθητές μας δεν μελετούν, χρησιμοποιούν φτωχό λεξιλόγιο, κάνουν ορθογραφικά σφάλματα, δεν κατανοούν εύκολα ένα απλό κείμενο και δεν μπορούν να διατυπώσουν με συνοχή και σαφήνεια τις σκέψεις τους, καθώς δεν έχουν αναπτύξει σε ικανοποιητικό βαθμό τις δεξιότητες που θα τους βοηθήσουν να χειρίζονται αποτελεσματικά το γραπτό λόγο για να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις.

Ακούμε συχνά κι από τους ίδιους: «∆υσκολεύοµαι να γράψω. ∆εν έχω ιδέες ή όταν έχω, δεν µπορώ να τις αναπτύξω. Φοβάμαι την ορθογραφία. Βαριέμαι την ανάγνωση. Έκθεση, πάω φροντιστήριο, µαθαίνω “πακέτα λέξεων», τα γράφω. Εξωσχολικά αναγνώσματα, όχι, σχεδόν ποτέ. Προτιµώ τις ταινίες και το διαδίκτυο».

Η ύπαρξη πληθώρας «οδηγών» έκθεσης που κατακλύζουν το εμπόριο έρχονται να ενισχύσουν τις προσωπικές μας παρατηρήσεις ότι υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα στην παραγωγή γραπτού λόγου κατά τη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος.

Εκτός της καθημερινής εμπειρίας τα αποτελέσματα των πανελλήνιων εξετάσεων στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας αποδεικνύουν ως ένα βαθμό το μέγεθος του προβλήματος.

Λένε πως η έκθεση είναι ζήτημα ταλέντου, έμφυτης ικανότητας που την έχουν οι λίγοι. Αυτό όμως δε σημαίνει, ούτε αναιρεί καθόλου τη βεβαιότητα πως οι πολλοί δεν μπορούν διδασκόμενοι ν’ αποκτήσουν την ικανότητα να γράφουν και να διατυπώνουν τις σκέψεις τους με σαφήνεια, ακρίβεια και παραστατικότητα.

Η γλωσσική, όμως, επάρκεια ή ανεπάρκεια προσδιορίζει αντίστοιχα και την πνευµατική. Η ικανότητα του ατόµου να χειρίζεται µε άνεση το γραπτό λόγο δεν ικανοποιεί µόνο πρακτικές ανάγκες επικοινωνίας, φανερώνει παράλληλα και µια σωστά οργανωμένη και δοµηµένη σκέψη. Γλώσσα και σκέψη είναι δεµένες, µαζί τρέφονται και αναπτύσσονται. Κάθε απώλεια στην περιοχή της γλώσσας είναι παράλληλα δυσαναπλήρωτη απώλεια στη δηµιουργική ικανότητα της σκέψης και κατά συνέπεια βλαπτική στην υπόθεση της παιδείας. Έχοντας υπόψη τις παραπάνω θέσεις, αντιλαµβάνεται κανείς τη σπουδαιότητα του γλωσσικού µαθήµατος και ταυτόχρονα την ευθύνη όλων των εκπαιδευτικών και ιδιαίτερα αυτών που τη διδάσκουν.

Η όποια υποβάθμιση, λοιπόν, του γλωσσικού μαθήματος στο σχολείο, το πνεύμα τυπολατρίας που διέπει το μάθημα, ο μη ελκυστικός χαρακτήρας και οι απαρχαιωμένες μέθοδοι διδασκαλίας οδηγούν σε απογοητευτικά αποτελέσματα. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με τις επιρροές της τηλεόρασης με φτωχό ή λανθασμένο λεξιλόγιο των ομιλούντων, αλλά και την έλλειψη καθοδήγησης από την ίδια την οικογένεια στέλνουν ολοένα και πιο απαισιόδοξα μηνύματα σχετικά με το πρόβλημα.

Σε συνέντευξη στο «Βήμα», ο γλωσσολόγος καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης, απαντώντας σε ερώτηση για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι στη γλώσσα, ανέφερε: «Αν επρόκειτο να εστιάσω κάπου, θα ανέφερα δύο σημεία από τα πολλά. Πρώτον, τα λίγα έως ελάχιστα διαβάσματά τους. Είναι τα παιδιά της εικόνας, του γρήγορου, βιαστικού, ανεπεξέργαστου λόγου, των greeklish κ.τ.λ. - μιλάω γενικευμένα, υπάρχουν βεβαίως εξαιρέσεις και παιδιά με πολύ συγκροτημένο λόγο. Εκτός από τα λειψά διαβάσματά τους, αιτία είναι και η περίπου μηδενική ή ελαχιστοποιημένη επαφή τους με τη γλωσσική διαχρονία.

Αν δεν έχεις μια επαφή με αυτό που έλεγε ο Σεφέρης «τα παλιότερα ελληνικά μας», με τα αρχαία, τη γλώσσα του Ευαγγελίου, τη λόγια παράδοση, είτε επειδή δεν διαβάζεις κείμενα σε αυτά τα ελληνικά είτε επειδή δεν τα διδάσκεσαι, τότε έχεις χάσει ένα μεγάλο μέρος και παθητικά, στο να καταλαβαίνεις και βεβαίως ενεργητικά, στο να χρησιμοποιείς ένα απαιτητικό λεξιλόγιο».

Οι συχνές αλλαγές επίσης των εκπαιδευτικών συστημάτων δεν επιτρέπουν μια ομαλή συνέχεια.

Τέτοια αλλαγή αποτελεί και το νέο προτεινόμενο σχέδιο νόμου το φετινό καλοκαίρι για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ΄ Λυκείου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ/ΤΕΙ. Ένα σχέδιο που αιφνιδίασε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, καθώς δεν είχε προετοιμαστεί επαρκώς, με αποτέλεσμα να γίνει πεδίο έντονων αμφισβητήσεων και διαφωνιών.

Διαφωνίες που αφορούν την κατάλληλη κατάρτιση των διδασκόντων για το νέο εγχείρημα. Κάτι που δεν αναιρεί τη βαρύτητα του μαθήματος της λογοτεχνίας. Όσο αισθανόμαστε ότι γίνεται πιο φτωχή η γλώσσα μας, πιο αδύνατα τα συναισθήματα τότε είναι ανάγκη να επανερχόμαστε σε αυτές τις σταθερές αξίες, να ξαναγυρίζουμε στην «πηγή» στα κείμενα του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη, του Κόντογλου, της Πηνελόπης Δέλτα, του Παλαμά, του Μακρυγιάννη, του Βερίτη, του Πολέμη, του Τέλλου Άγρα, του Πούσκιν, του Λόρδου Βύρωνα, του Σέλλευ, του Γκαίτε κ.ά. Η Ελλάδα χρειάζεται μελλοντικούς πολίτες όχι απλά μορφωμένους, αλλά εμψυχωμένους για τη συνέχεια της στο παρόν και στο μέλλον.

Αντιλαμβανόμενοι τα αίτια του προβλήματος μπορούμε να προσεγγίσουμε εύκολα τους τρόπους αντιμετώπισής του. Η καλύτερη ηλικία για να γνωρίσει ο νέος άνθρωπος την ελληνική γλώσσα είναι κυρίως τα πρώτα έτη της μαθητικής του σταδιοδρομίας. Ο χρόνος που έχει ο έφηβος στη διάθεσή του στο Λύκειο προκειμένου να ασχοληθεί σοβαρά με την ορθή χρήση της ελληνικής γλώσσας είναι ελάχιστος. Η συνεχής άσκηση στη χρήση του λόγου είναι το σημαντικότερο μέσο για τη βελτίωση της γλωσσικής έκφρασης του μαθητή. Ειδικά στο Λύκειο που ο μαθητής έχει απόψεις και επιχειρήματα πρέπει να του δίνεται διαρκώς η ευκαιρία να τα εκφράζει. Παράλληλα, αναγκαία κρίνεται η συνεχής επαφή και κριτική μελέτη κάθε μορφής ποιοτικού γραπτού κειμένου εφημερίδων, περιοδικών, μέσα από το διαδίκτυο και βέβαια λογοτεχνικών βιβλίων. Τέλος ακόμη και η ακρόαση σωστού λόγου μπορεί να βοηθήσει το μαθητή.

Η κρίση της σχολικής γλώσσας πρέπει επιτέλους να μας αφυπνίσει. Ευτυχώς, υπάρχουν λύσεις. Τα παιδιά µας δεν υστερούν σε νοηµοσύνη. Όπως διδάσκουμε τα παιδιά να κάνουν ποδήλατο βάζοντας τους πάνω σε ένα ποδήλατο, πρέπει να διδάξουμε τους μαθητές να γράφουν σωστά με το να τους αφήνουμε να γράφουν. Μόλις οι μαθητές βάλουν ιδέες για τις οποίες ενδιαφέρονται πάνω στην σελίδα, με βάση την εμπειρία μας στην τάξη, είναι έτοιμοι για διδασκαλία συμπεριλαμβανομένης και της γραμματικής και της στρατηγικής που θα τους βοηθήσει να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά αυτές τις ιδέες.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
3
=