Η μάχη της Γατζέας ως αφορμή επίκαιρων σχολιασμών

Τελευταία ενημέρωση: 2019-05-19, 13:45:07
Η μάχη της Γατζέας ως αφορμή επίκαιρων σχολιασμών

Του Κώστα Λιάπη

Σαν σήμερα, στις 19 Μαΐου του 1823 και στη διάρκεια της αναθέρμανσης της πηλιορείτικης επανάστασης του 1821, δόθηκε στην Κάτω Γατζέα μια από τις σπουδαιότερες στη διάρκεια του απελευθερωτικού μας αγώνα και νικηφόρες μάχες κατά των Τούρκων όχι μόνο στο Πήλιο αλλά και σε όλη τη χώρα. Η σπουδαιότητά της δε, μετράει ακόμα περισσότερο από το γεγονότος ότι στη διάρκειά της σκοτώθηκε από τους Πηλιορείτες και Μακεδόνες συναγωνιστές τους ο υπαρχηγός του περιώνυμου Ρεσίτ Πασά Κιουταχή και σφαγέας των χωριών του Ν. Πηλίου Αλιό Πασάς.

Για το γεγονός αυτό της τοπικής μας ιστορίας έγινε λόγος και πέρσι στις 20 του Μάη μέσα από τούτη τη σελίδα, αλλά με την ευκαιρία της σημερινής επετείου του ο γράφων έκρινε ως επίκαιρη μια σύντομη αναδρομή του μαζί και με κάποιες επίκαιρες σκέψεις του.

Το Μάη του 1821, ο Μαχμούτ Πασάς, επικεφαλής μιας μεγάλης στρατιάς Τούρκων «νιζάμηδων» (τακτικών στρατιωτών) είναι έτοιμος να κατεβεί στον Μωριά για να λύσει την πολιορκία της Τριπολιτσάς από τους άτακτους επαναστάτες του Κολοκοτρώνη. Με το άγγελμα όμως της πηλιορείτικης επανάστασης αλλάζει ρότα και κατεβαίνει στο Πήλιο όπου λύνει την πολιορκία του Κάστρου του Βόλου από τους ντόπιους επαναστάτες του Κυριάκου Μπασδέκη, δίνει κατόπιν σκληρές αλλά άνισες για τους ντόπιους αγωνιστές μάχες, και προβαίνει όλο το καλοκαίρι του 1821 σε δηλώσεις, σφαγές και αιχμαλωσίες αμάχων και καταστροφές χωριών.

Η τοπική επανάσταση ανακόπτεται αλλά δε σβήνει και δυο χρόνια αργότερα έχουμε από τις αρχές πάλι του Μάη του 1823 επανάληψη του ίδιου πολεμικού σκηνικού, με τους ντόπιους επαναστάτες ενισχυμένους με Μακεδόνες συναγωνιστές τους από τη μια μεριά και τους πολυάριθμους Τουρκαλβανούς του Ρεσίτ Πασά Κιουταχή από την άλλη που καταφτάνει κι αυτός από τη Λάρισα, ενώ ετοιμαζόταν να κατέβει στη Νότια Ελλάδα για να καταπνίξει εκεί την επανάσταση που βρισκόταν σε δεινή θέση λόγω των γνωστών εμφύλιων εμπλοκών των στρατιωτικών με τους πολιτικούς.

Τούτο, λοιπόν, το Μάη αλλά και τον Ιούνιο και Ιούλιο οι πηλιορείτες επαναστάτες, ενωμένοι με Μακεδόνες συναγωνιστές τους, είχαν εμπλακεί σε άγριες συγκρούσεις στο Νότιο Πήλιο με τις χιλιάδες των Τούρκων νιζάμηδων του Ρεσίτ Πασά Κιουταχή. Οι Έλληνες αγωνιστές, μ’ επικεφαλής τον γνωστό και ως «Παππού» Μακεδόνα οπλαρχηγό γερο - Καρατάσο, είχαν τούτο το μήνα εντυπωσιακές επιτυχίες στο νησάκι Αλατάς, μπροστά στη Μηλίνα, αλλά και στις βόρειες πλαγιές του βουνού Τισαίου, κοντά στο Τρίκερι, όπου είχαν στήσει πίσω από τα ταμπούρια τους καθημερινό πόλεμο ως το τέλος Ιουλίου του 1823 με το πολυάριθμο εχθρικό ασκέρι του Κιουταχή. Τις ίδιες, όμως, μέρες ένα μεγάλο τμήμα της δύναμης του πασίγνωστου τούτου Τούρκου πασά, μ’ επικεφαλής τον υπαρχηγό του Αλιό - Πασά, είχε ριχτεί με λύσσα στ’ ανυπεράσπιστα χωριά του Νότιου Πηλίου Συκή, Προμύρι, Μπιρ, Μπιστινίκα και Μετόχι, τα οποία και πυρπόλησε, ενώ από τους κατοίκους άλλους κατέσφαξε κι άλλους σκλάβωσε.

Λίγες μέρες μετά τις θηριωδίες αυτές του Αλιό - Πασά, έγινε και η μεγάλη μάχη της Γατζέας, όπου οι Πηλιορείτες και Μακεδόνες αγωνιστές πήραν εκδίκηση για όσα δεινά υπέστησαν τα μαρτυρικά χωριά του Νότιου Πηλίου και οι κάτοικοί τους.

Η σύγκρουση ανάμεσα στους Θεσσαλομακεδόνες αγωνιστές και στους Τούρκους ήταν τρομερή, όπως ομολογείται απ’ όλους όσοι έγραψαν ή μίλησαν γι’ αυτή πηλιορείτες λόγιους και ιστοριοδίφες. Και να πώς την περιγράφει και ο ίδιος ο επικεφαλής των Ελλήνων αγωνιστών που μετείχαν σ’ αυτή τη μάχη, Τσάμης Καρατάσος σε αναφορά του αργότερα στην τότε Κυβέρνηση, έστω κι αν σ’ αυτή την αναφορά αποσιωπά τη δική του ηγετική συμμετοχή και βάζει ως αρχηγό των Ελλήνων καταδρομέων τον πατέρα του, προφανώς για να τιμήσει τη μνήμη του:

«(...) Επέρχεται (δηλαδή ο γερο - Καρατάσος) τότε προσεκτικώς απέναντι του μανιώδους Αλόπασα, και οχυρώνεται έμπροσθέν του μετά 400 στρατιωτών, ενώ οι λοιποί οπαδοί του καλύπτονται εις παρακείμενον δάσος. Ο Αλαζών Αλόπασσας βλέπων ολίγους τους εναντίους του, επιπίπτει κατά του οχυρώματος του πατρός μου μετά δυνάμεως παμπληθούς, αλλά τον δέχεται με χάλαζαν πυρός ο πατήρ μου και εφορμούν οι εκ του δάσους οπλίται του, μετά τινάς δε ώρας δεν έβλεπες ειμή στρατόν ολόκληρον φονευμένον, διότι και αξιωματικοί και στρατιώται και αυτός ο Πασάς εύρον εκεί το όνειδος και τον τάφον, ενώ περιήλθον εις χείρας μας η πυρίτις, τα πυροβόλα και το ταμείον το εχθρικόν». Και ο Τσάμης Καρατάσος καταλήγει: «Δύναμαι δε να καυχηθώ, Κύριοι, ότι ο ειρημένος Πασάς είναι ο μόνος όστις καθ’ όλην την Στερεάν (κι εννοεί την ηπειρωτική Ελλάδα) εφονεύθη και τούτου μάρτυρας προκαλώ όλους της Στερεάς τους αγωνιστάς».

Συμπερασματικά η μάχη της Γατζέας συνιστά ένα απ’ τα κορυφαία πολεμικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν όχι μόνο τη χρονιά εκείνη της αναθέρμανσης της πηλιορείτικης επανάστασης αλλά και κατά τη διάρκεια όλων των κατά των Τούρκων επαναστατικών κινημάτων του Πηλίου. Κι αν η ίδια τούτη μάχη δεν ήταν «εφάμιλλη», όπως τη θέλει ο Μηλιώτης λόγιος Ρήγας Καμηλάρης, με τις μεγάλες μάχες που δόθηκαν στο Βαλτέτσι και στην Αράχοβα, κι αν η νίκη των επαναστατών δεν ήταν τόσο συντριπτική όσο στις άλλες μεγάλες μάχες του Αγώνα, το γεγονός και μόνο πως στη μάχη αυτή σκοτώθηκε απ’ τους Θεσσαλομακεδόνες επαναστάτες ένας πασάς, ο μοναδικός, όπως θα πει κι ο Τσάμης Καρατάσος, που έπεσε σε πεδίο μάχης σε όλη την επαναστατημένη Κεντρική (και όχι μόνο) Ελλάδα, δίνει στη μάχη αυτή μια πολυσήμαντη διάσταση και την κατατάσσει στις μεγάλες μάχες του Εικοσιένα, ενώ σύγκαιρα τονίζει την αγνοημένη ή περιφρονημένη απ’ τους επιφανείς περί την ιστορία του νεότερου Ελληνισμού ιστορικούς μας, προσφορά του επαναστατημένου Πηλίου στον μεγάλο αγώνα της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας.

Υπάρχει όντως το παράπονο στον τόπο μας κι εκφράζεται συχνά κυρίως από τους ντόπιους ερευνητές, ότι η Θεσσαλομαγνησία αδικήθηκε στην αποτίμηση της προσφοράς της στον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα και ότι η συμμετοχή της σ’ αυτόν υποβαθμίστηκε τόσο εξοργιστικά ώστε και σ’ αυτά τα σχολικά βιβλία να πιάνει μόλις μερικές αράδες.

Ο προβληματισμός μου, λοιπόν, είναι: Μήπως γι’ αυτή την υποβάθμιση σ’ επίπεδο τοπικής εθνικής μνήμης, φταίμε κι εμείς οι ίδιοι που κατοικούμε σ’ αυτόν τον τόπο; Μήπως αγνοούμε πρώτοι εμείς αυτά που έχουμε απαίτηση να ξέρουν και να προβάλλουν οι άλλοι για λογαριασμό μας; Στην Αράχοβα και στο Βαλτέτσι, για να φέρω σαν παράδειγμα τους δυο καταξιωμένους στην εθνική μας συνείδηση χώρους που δεν ανήκουν στον στενά δικό μας τόπο, οι ίδιοι οι ντόπιοι, από σεβασμό στην αγωνιστική προσφορά των προγόνων τους, φρόντισαν κι έστησαν περιφανή μνημεία που να θυμίζουν και να διαιωνίζουν τη δόξα τους. Εμείς εδώ στη Θεσσαλομαγνησία τι κάναμε κοντά δυο αιώνες τώρα από τότε που και οι δικοί μας πρόγονοι πολέμησαν για τη λευτεριά μας; Σε ποια και σε πόσα απ’ όλα τα πεδία των νικηφόρων μαχών που δόθηκαν στον τόπο μας είτε στην επανάσταση του Εικοσιένα, είτε στα άλλα επαναστατικά κινήματα του και σε ποια άλλα σημεία του μαγνησιακού χώρου όπου σημειώθηκαν κάποια σημαντικά γεγονότα της τοπικής μας ιστορίας, στήσαμε στο παρελθόν κάποιον τύμβο, μια αναθηματική στήλη, μια αναμνηστική επιγραφή, ένα οποιοδήποτε, τέλος πάντων έστω και ταπεινό μνημείο, που να ενημερώνει ή να θυμίζει σε ντόπιους και ξένους τη συμβολή και του στενά δικού μας τόπου στους αγώνες του Έθνους μας;

Ελάχιστες, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, είναι οι γωνιές σ’ όλη τη Θεσσαλομαγνησία που καταξιώθηκαν με μια τέτοια τιμή. Ειδικά μάλιστα όσον αφορά τις μεγάλες μάχες και τ’ άλλα συνταραχτικά γεγονότα του 1823, μόνο η θέση «Παναγιά» κοντά στο Τρίκερι είχε την τύχη, χάρη στην Περιηγητική Λέσχη Βόλου και στον πατριώτη ιδιώτη Αλέκο Δάμτσα, ν’ αποκτήσει στα 1975 έναν μικρό έστω, κι απέριττο τύμβο. Κι έπρεπε να περάσουν 192 χρόνια από τη σημαδιακή εκείνη χρονιά της αναθέρμανσης του πηλιορείτικου ξεσηκωμού για ν’ αποκτήσει και η Γατζέα περίκαλο τον τύμβο που όφειλε στους θεσσαλομακεδόνες εκείνους αγωνιστές που έγραψαν εδώ την εποποιία της 19ης Μαΐου της ιστορικής εκείνης χρονιάς.

Στη Γατζέα, λοιπόν, ξοφλήθηκε εδώ και 4 χρόνια με το στήσιμο τούτου του τύμβου, που συγκεντρώνει τον θαυμασμό των επισκεπτών ή των περαστικών αλλά και με τις ετήσιες τελετές μνήμης, το ιερό ιστορικό χρέος των κατοίκων του χωριού μας και του οικισμού μας, χάρη στην αξιέπαινε πρωτοβουλία του τοπικού Συλλόγου Ερασιτεχνών Αλιέων. Παρόμοια όμως χρέη υπάρχουν ακόμα αρκετά στον τόπο μας, καθώς λείπουν απ’ αυτόν και πολλά άλλα ανάλογα μνημεία. Μνημεία σημεία αναφοράς, που επιβάλλεται να στηθούν στις σφραγισμένες εκείνες από την τοπική μας ιστορία γωνιές του πανώριου βουνού μας, για να διαιωνίζουν μνήμες προσώπων και γεγονότων που σημάδεψαν αψιά το παρελθόν του και έδωσαν τις λαμπρές υποθήκες τους για το μέλλον του.

Άμποτε να βρεθούν κι άλλοι συλλογικοί φορείς φίλων της τοπικής μας ιστορίας, ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του γατζεώτικου Συλλόγου. Κυρίως, όμως, το χρέος αυτό πέφτει στην Τοπική μας Αυτοδιοίκηση, που θα πρέπει σε κάποιον απ’ τους βαθμούς της, και στο ...βαθμό που επιτάσσει η τοπική εθνική μας μνήμη, να ενεργοποιηθεί κάποτε πρεπούμενα πάνω στο θέμα αυτό της προβολής κι ανάδειξης της τοπικής μας ιστορίας. Θέμα που επιτέλους άπτεται ενός ιερού κι επιβεβλημένου χρέους της ίδιας της τοπικής μας κοινωνίας. Κι όσο για τις επιφυλάξεις όσων προτιμούν να ξεχαστούν τα ιστορικά αυτά γεγονότα του παρελθόντος, που τάχα διαιωνίζουν παλιές έχθρες των λαών, θα ήθελα εδώ να ξεκαθαρίσω πως ο ελληνικός λαός δεν νιώθει καμιά έχθρα σήμερα με τον τουρκικό λαό, κι ας το παρατραβάει το σκοινί με τις υπερφίαλες προκλήσεις του ο σημερινός Σουλτάνος του, διεκδικώντας ολοένα και θρασύτερα ζωτικά στοιχεία του διεθνώς αδιαφιλονίκητου εθνικού μας Αιγαιοπελαγίτικου χώρου. Όπως επίσης ο λαός μας δεν έχει καμιά διαφορά και με τον ιταλικό και γερμανικό λαό. Ειρήνη και συναδέλφωση των λαών, ναι. Η ιστορία όμως κάθε λαού είναι άλλο πράγμα. Κι όπως σωστά και σοφά ειπώθηκε, όσοι λαοί ξεχνούν την ιστορία τους και τα διδάγματά της, κινδυνεύουν περισσότερο να ξαναζήσουν στο μέλλον τις αρνητικές της πλευρές. Κι αυτό το νόημα έχουν οι ιστορικοί τόποι κάθε λαού και οι αντίστοιχες τελετές εθνικής μνήμης. Το ίδιο νόημα που θα έχει και η σημερινή τελετή, που κατ’ εξαίρεση εφέτος θα τελεσθεί λιτά στο ναό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού Κάτω Γατζέας. Το ίδιο και η μέχρι πέρσι κατ’ έτος επανάληψή της την πλησιέστερη έστω Κυριακή του γεγονότος που τιμούμε στον χώρο του τύμβου.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
1
=