Πόπη Σβορώνου - Δημοσθένης Κοκκινίδης

Τελευταία ενημέρωση: 2015-03-23, 12:11:40
Πόπη Σβορώνου - Δημοσθένης Κοκκινίδης

Γράφει ο Νικόλας Δεληγεώργης, Διδάκτωρ Πολιτικός Μηχανικός, τ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Ρadova Ιταλίας

Πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη - Κτήριο οδού Πειραιώς η έκθεση ζωγραφικής και εφαρμοσμένων τεχνών της Πόπης Σβορώνου και του συζύγου της Δημοσθένη Κοκκινίδη με τίτλο «50 Χρόνια. Μαζί στην Τέχνη - Μικρή Αναδρομή».

Ο Δημοσθένης Κοκκινίδης ζωγράφος, γλύπτης, γεννήθηκε στον Πειραιά το 1929, φοίτησε αρχικά για δύο χρόνια στην ΑΣΟΕ, αλλά εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ (1952 - 1957) με δασκάλους τους Σ. Παπαλουκά και Γ. Μόραλη. Τα επόμενα δύο χρόνια εργάστηκε με υποτροφία της Ιταλικής Κυβέρνησης και μελέτησε τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη στο Αγιο Ορος και τη Λέσβο. Ως υπεύθυνος του καλλιτεχνικού τμήματος του ΕΟΕΧ (1959 - 1961) ασχολήθηκε με την παραγωγική αξιοποίηση της νησιώτικής αγγειοπλαστικής. Το έντονο ενδιαφέρον του για τις καλλιτεχνικές εφαρμογές και την αισθητική των χρηστικών αντικειμένων εντάσσεται στο γενικότερο προβληματισμό του ζωγράφου για την κοινωνική λειτουργία των τεχνών. Στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο, ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα ως ιδρυτικό μέλος της «Ομάδας Τέχνης Α» (1960 - 1967) και έλαβε μέρος σε όλες τις εκθέσεις και σε άλλες εκδηλώσεις της, που είχαν στόχο τη διάδοση της τέχνης στο ευρύ κοινό, κυρίως σε περιοχές εκτός του κέντρου της Πρωτεύουσας.

Το 1972 έλαβε υποτροφία του Ιδρύματος Εοτά, για την επικοινωνία και την εκπαίδευση στην Τέχνη. Συμμετείχε στις εκθέσεις, στις εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες της Ομάδας Τέχνης Α (1974 - 1981). Το 1976 εξελέγη τακτικός Καθηγητής στην ΑΣΚΤ, όπου ανέπτυξε αξιόλογο διδακτικό έργο, μέχρι το 1997 (διετέλεσε και Πρύτανης της Σχολής, 1980 - 1982).

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 η ζωγραφική του είχε αποδεσμευτεί από τα στερεότυπα της ΑΣΚΤ και παρουσίαζε μια σαφή κι ενδιαφέρουσα εξέλιξη τόσο στην επιλογή των θεμάτων, όσο και στην αισθητική επεξεργασία. Αν και οι τίτλοι των πρώτων του θεματικών ενοτήτων (Λαϊκές συνοικίες, Κυκλάδες) φαίνονται κοινότοποι, η ζωγραφική τους δεν αναδεικνύει καθόλου τη γραφικότητα των εικόνων, αλλά μια ιδιότυπη χρωματική εκφραστικότητα, όπως επίσης και στο σύνολο του έργου του δε σημαίνει περιγραφική εικονογράφηση, αλλά εντάσσεται σε μια αφαιρετική διαδικασία, όπου το θέμα ταυτίζεται με την εικαστική σύνθεση, το χρώμα παίζει πάντα καθοριστικό ρόλο και το ίδιο ισχύει και για την επόμενη ενότητα με τίτλο «Βία», που εκτέθηκε το 1967 και ήταν εμπνευσμένη από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Η πολιτική στράτευσή του είναι εμφανής στο έργο του ως τη μεταπολίτευση. Αποφεύγει τις διδακτικές διατυπώσεις και δίνει έμφαση στον ιδεολογικό σχολιασμό. Με εύστοχες θεματικές σειρές, όπως οι Ταυτότητες και οι Διαμαρτυρίες, αναφέρεται κριτικά στην επίκαιρη πραγματικότητα.

Πάντως αντίθετα με την πλειονότητα των άλλων καλλιτεχνών, που εξέφρασαν με το έργο τους την αντιδικτατορική τους στάση, δεν χρησιμοποιεί μια ρεαλιστική γραφή στα έργα του. Παραμένει κολορίστας με αφαιρετικές εξπρεσιονιστικές εντάσεις στη διατύπωση του μηνύματος, όπως κα η περιορισμένη χρήση κολάζ σε αυτή τη φάση εργασίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωγραφικής του είναι πίνακες διαφόρων διαστάσεων με λάδι ή ακρυλικά χρώματα.

Στις επόμενες ατομικές εκθέσεις (1987 και 1993) απουσιάζει η πολιτική θεματολογία, στην τελευταία υπήρχαν και γλυπτά, λοξεμένα σε διάφορα ηφαιστειογενή πετρώματα Μήλου. Η αφαιρετικότητα των μορφών και το έντονο χρώμα που κυριαρχεί, δημιουργούν ποιητικούς χώρους ζωγραφικής, εμπνευσμένους από θαλασσινά τοπία. Η αναφορά στη φύση και στον έρωτα συνδέεται με προσωπικά βιώματα, αλλά έμμεσα, δηλώνει κι έναν προβληματισμό σχετικά με το περιβάλλον και τις ανθρώπινες σχέσεις. Το εικαστικό σχόλιο του ζωγράφου για τη σημερινή κατάσταση διατυπώνεται μέσα από αναφορές στη μυθολογία και ιδιαίτερα την Ομήρου Οδύσσεια.

Τα έργα της δεκαετίας του ’90 δείχνουν τις εκφραστικές δυνατότητες του χρώματος. Η θεματική μεταστροφή το 1980 επέτρεψε στον καλλιτέχνη να μεταφέρει τη ζωντανή κριτική του διάθεση σε περιοχές βαθύτερες και καθολικότερες. Ως ζωγράφος, δάσκαλος και διανοούμενος, διακρίνεται για τη σοβαρότητα και την ποιότητα της παρουσίας του στον καλλιτεχνικό χώρο. Από τη δεκαετία του ’60, η ζωγραφική του πρόταση, βαπτισμένη στις διεθνείς σύγχρονες τάσεις, έπαιξε θετικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής τέχνης, παρόλο που δε διατηρούσε στενές επαφές με χώρες του εξωτερικού.

Η συνύπαρξη της υψηλής ζωγραφικής ευαισθησίας με τη νηφάλια κριτική διάθεση χαρίζει στην τέχνη του μια ιδιαιτερότητα. Παρουσίασε τα έργα του σε ατομικές εκθέσεις (Μπιενάλε κλπ) θεωρώντας ότι δεν εξασφαλίζεται ο αμοιβαίος σεβασμός προς τα έργα των περιφερειακών χωρών. Ασχολήθηκε επίσης με ένα ευρύ φάσμα θεωρητικών θεμάτων της τέχνης, με δημοσιεύσεις, εισηγήσεις σε συνέδρια και μεταφράσεις.

Η Πόπη (Καλλιόπη) Σβορώνου, ζωγράφος, σύζυγος του Δ. Κοκκινίδη γεννήθηκε στον Πειραιά το 1934, σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ (1956 - 1961) με δασκάλους τους Σ. Παπαλουκά και Γ. Μόραλη. Στη συνέχεια ειδικεύτηκε στην Ιταλία στο σχεδίασμα υφασμάτων και τα επόμενα χρόνια (1964 - 1974) εργάσθηκε με επιτυχία ως σχεδιάστρια υφασμάτων. Το 1975 εγκατέλειψε κάθε άλλη δραστηριότητα και αφοσιώθηκε στη ζωγραφική. Κυριαρχούν μορφές ανθρώπων και ζώων, οι οποίες αναπτύσσονται σε χώρους μυθικούς, ονειρικούς με μεταφυσικές αναφορές. Αλλοτε πάλι κινείται στο πλαίσιο του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

Το χρώμα είναι τολμηρό, ενοποιεί τις μορφές, δουλεύεται σε παχιά στρώματα στον καμβά, είναι εκφραστής ψυχικών καταστάσεων, αλλά αντιμετωπίζεται και ως αυτόνομο στοιχείο. Τα ζωηρά έντονα χρώματα και ο χειρισμός τους, καθώς και οι παραμορφωμένες φιγούρες, φανερώνουν επιδράσεις από εξπρεσιονισμό, αλλά και από τη λαϊκή διακοσμητική τέχνη του τόπου μας και την τέχνη της ανατολής.

Το διπλό εκθεσιακό αφιέρωμα του Μουσείου Μπενάκη στα 50 χρόνια των δύο δημιουργών είναι μια μικρή αναδρομή συμπεριλαμβάνοντας κάποια αντιπροσωπευτικά δείγματα από το σύνολο της δουλειάς τους. Η κοινή αυτή παρουσίαση αναδεικνύει τη συνύπαρξη, τη συμβίωση και την συμπόρευση στη ζωή και την καλλιτεχνική παραγωγή. Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις ενότητες και περιλαμβάνει 120 ζωγραφικά έργα των δύο εικαστικών από το 1958.

Εκτίθονταν τα ζωγραφιστά φορέματα που δημιούργησαν μαζί την περίοδο 1959 - 1979. Κατάφεραν να γίνουν παγκοσμίως γνωστοί χάρις σε μια δική τους καινοτομία. Δημιούργησαν πάνω από 3.000 ζωγραφιστά φορέματα με βιομηχανικά χρώματα, όπου το κάθε ένα είναι μοναδικό και υπογεγραμμένο. Παρουσιάζονται 25 περίπου φορέματα εκείνης της εποχής που έμειναν, η δε τεράστια επιτυχία που γνώρισαν αποτυπώνεται σε εξώφυλλα περιοδικών και δημοσιεύματα ελληνικού και διεθνούς τύπου, που εκτίθενται.

Τα ζωγραφικά φορέματα έχουν τέτοια καλλιτεχνική αξία επειδή δείχνουν στον θεατή πώς σμίγει η δωρικότητα και ο ορθολογισμός του Κοκκινίδη με τον εξπρεσιονισμό και την ποίηση του χαρακτήρα της Σβορώνου. Φιλοσοφία και λυρισμός, διττότητα κεφαλαιώδους σημασίας, ένα πρωτότυπο καλλιτεχνικό είδος γεννιέται γεμάτο γραμμές, χρώματα, ύλες και αισθήσεις που διαρκεί έως το 1979. Η αίσθηση που προκάλεσαν τα καλαίσθητα αυτά ενδύματα ήταν τεράστια.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
2
=