7χρονη αποκάλυψε μέσα από τις ζωγραφιές της ότι τη βίαζαν

Τελευταία ενημέρωση: 2019-06-13, 20:26:52
7χρονη αποκάλυψε μέσα από τις ζωγραφιές της ότι τη βίαζαν

Απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναιρέσεως της απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία κρίθηκαν ένοχοι για βιασμό 7χρονης από κοινού, η μητέρα, ο παππούς και η θεία της.

Ο παππούς ηλικίας 80 ετών, η 42χρονη μητέρα της και η 53χρονη θεία της, κρίθηκαν ένοχοι για τις πράξεις του βιασμού από κοινού, της αποπλάνησης κατ’ εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας κατ’ εξακολούθηση στην πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου.

Τους επιβλήθηκε ποινές κάθειρξης 25 ετών στον 80χρονο, 35 ετών στη μητέρα του θύματος και 25 στη θεία της, σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Δημοκρατικής».

Το ιστορικό της υπόθεσης

Ο μηνυτής πατέρας και η κατηγορούμενη μητέρα της μικρής είχαν παντρευτεί στις 11 Νοεμβρίου 1995. Από τις 22 Σεπτεμβρίου 2000 τελούν σε διάσταση και με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αφαιρέθηκε η προσωρινή επιμέλεια της ανήλικης από την κατηγορούμενη και ανατέθηκε προσωρινά στον πατέρα με τον οποίο διέμενε στην κατοικία του.

Με άλλη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ρυθμίστηκε το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας της κατηγορούμενης μητέρας με την 7χρονη κόρη της.

Στο πλαίσιο της επικοινωνίας αυτής η μητέρα φέρεται να πήρε την ανήλικη από την οικία του εν διαστάσει συζύγου της και την πήγε στο δικό της σπίτι, όπου βρισκόταν και η δεύτερη κατηγορουμένη, αδελφή της. Αυτό έγινε πριν το Πάσχα του 2003, σε ημερομηνία που δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως.

Σύμφωνα με την καταγγελία, η μητέρα φέρεται να κακοποίησε σεξουαλικά την 7χρονη, την ώρα που η αδελφή της είχε ακινητοποιήσει το παιδί.

Μετά το περιστατικό αυτό η ανήλικη δεν ήθελε να πάει στη μητέρα της. Όμως, ούτε και εκείνη ενδιαφερόταν να πάρει την κόρη της για επικοινωνία.

Τον Νοέμβριο του 2003 η κατηγορουμένη μητέρα πήγε να πάρει την κόρη της, αλλά η μικρή αρνήθηκε πεισματικά να πάει μαζί της. Όταν ο πατέρας ρώτησε την κόρη του γιατί αρνείται να πάει με τη μητέρα της, αυτή του απάντησε ότι «στην τελευταία συνάντησή τους, πριν το Πάσχα του 2003, η μητέρα της έβγαλε το εσώρουχο και, ενώ η θεία της, δεύτερη κατηγορούμενη, την κρατούσε σφιχτά από τα χέρια, η τής άνοιξε τα πόδια και της πείραξε το γεννητικό της όργανο».

Τότε τη ρώτησε γιατί δεν του το είπε αμέσως και η μικρή απάντησε ότι η μητέρα της την απείλησε ότι θα σκοτώσει τον πατέρα της και την ίδια με όπλο.

Την ένταση στη σχέση της κόρης με τη μητέρα της, διαπίστωσε και ψυχολόγος, η οποία περιέγραψε τις ζωγραφιές της μικρής και το περιεχόμενό τους, καθώς και την επίθεση της μικρής στη γιαγιά, όταν διαπίστωσε ότι είχε δείξει τις ζωγραφιές στη μάρτυρα.

Αναφέρθηκε επίσης στην αφήγηση της γιαγιάς, σχετικά με τις αντιδράσεις της κόρης, όταν στη συζήτηση αναφέρεται η μητέρα της. Το ίδιο διαπίστωσε και η ίδια η μάρτυρας, όταν προσπαθούσε να φέρει τη συζήτηση στη μητέρα της, αλλά και στο επεισόδιο με την επίθεση της εγγονής στη γιαγιά της, όταν αυτή τη ρώτησε γιατί δεν πηγαίνει στη μητέρα της.

Παιδοχειρουργός, εξέτασε στο Νοσοκομείο την φερόμενη ως παθούσα, όταν αυτή παραπονέθηκε για περιπρωκτικό άλγος.

Ενώ ήταν μόνοι τους, τη ρώτησε γιατί πονάει και η μικρή του απάντησε ότι την ώρα που κοιμόταν κατάλαβε πως ο παππούς της ασέλγησε σε βάρος της.

Ο γιατρός κατέθεσε ότι σύμφωνα με όσα του είπε η ανήλικη, αυτό το γεγονός είχε συμβεί δύο φορές. Στην εξέταση που έκανε παρατήρησε ευχέρεια στην εξέταση της γενετήσιας περιοχής, ότι το παιδί δεν αντιδρούσε στην εξέταση των γεννητικών οργάνων του και ότι κατέβαζε το εσώρουχό του με ευκολία. Κατέληξε ωστόσο στο ότι δεν μπορεί να καταθέσει με βεβαιότητα ότι το κοριτσάκι έχει υποστεί ασελγείς πράξεις ή όλα είναι στη φαντασία του.

Σε έγγραφο που συνέταξε η προϊσταμένη της κοινωνικής υπηρεσίας του Περιφερειακού Νοσοκομείου Ρόδου και αφορά περιστατικά που έγιναν όταν η ανήλικη βρισκόταν στο νοσοκομείο -από το οποίο η μητέρα της την πήρε δια της βίας και παρά την αντίθετη άποψη του προσωπικού- αναφέρει για την ανήλικη ότι αυτή αισθάνεται χαρούμενη και ασφαλής κοντά στον πατέρα της που δεν δείχνει να φοβάται.

Ζωγραφίζει τον εαυτό της και τους γονείς της με μια μπανιέρα από πάνω της. Όταν ρωτήθηκε γιατί, η ανήλικη της απάντησε πως είναι βρώμικη και θέλει να πλένεται. Συμπεραίνει από το συγκεκριμένο στοιχείο ότι αυτό πάντα κινεί την υποψία για σεξουαλική παρενόχληση από κάποιον.

Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες και ισχυρίστηκαν ότι οι καταθέσεις της ανήλικης ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον πατέρα και τους γονείς του, με τους οποίους υπάρχει μεγάλη ένταση λόγω του χωρισμού.

[cnn.gr]

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
8
=