Χρήστος Μπουκώρος: Το θρυλικό τρένο της ανάπτυξης

Τελευταία ενημέρωση: 2014-06-23, 12:47:36
Χρήστος Μπουκώρος: Το θρυλικό τρένο της ανάπτυξης

Δεν εκτελεί δρομολόγια σε τούτη τη γωνιά του κόσμου

Η ελληνική οικονομία, και μαζί της και ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, βρίσκονται στο λυκόφως μιας εποχής που τις πλήγωσε βαθιά και στο λυκαυγές μιας άλλης άγνωστης περιόδου, για την οποία μόνο υποθέσεις και εκτιμήσεις μπορεί να γίνουν.

Η πενταετής ανείπωτη οικονομική και κοινωνική κρίση, όλα δείχνουν ότι βρίσκεται στο τέλος της, παρά το γεγονός ότι οι πληγές τους παραμένουν ακόμα ανοικτές.

Απαντες, δανειστές και δανειζόμενοι, Ελληνες και ξένοι, πλέον συμφωνούν ότι οι περιοριστικές πολιτικές λιτότητας ό,τι ήταν να προσφέρουν, το έχουν προσφέρει. Η εφαρμογή τους στο εξής μόνο κινδύνους εγκυμονεί και φαύλο κύκλο δημιουργεί. Εναν φαύλο κύκλο, ο οποίος μπορεί να εξανεμίσει ό,τι επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα με αίμα και θυσίες.

Ολοι, συμφωνούν επίσης ότι η απασχόληση, η αναθέρμανση, η επανεκκίνηση και άλλοι παρόμοιοι εύηχοι όροι είναι τα κρίσιμα ζητούμενα για την Ελλάδα του 2014. Με μια λέξη η ανάπτυξη, για την οποία όσο περισσότερο ακούμε, τόσο πιο απομακρυσμένη δείχνει. Κι όμως. Υπάρχουν αυτή την ώρα όλες εκείνες οι προϋποθέσεις, που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε αναπτυξιακά μονοπάτια. Κατ’ αρχήν έχουμε πιάσει πάτο. Από δω που είμαστε μόνο ψηλότερα μπορούμε να πάμε. Επιπλέον, θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε διδαχθεί από τις αμαρτωλές εποχές των τραγικών λαθών και υπάρχει η ελπίδα ότι δεν θα επαναληφθούν. Εχει συρρικνωθεί το κόστος εγκατάστασης επενδύσεων, αλλά και το εργασιακό κόστος. Η Ελλάδα πλέον αποτελεί ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, αφού σε ένα βαθμό έχει εκσυγχρονιστεί και η σχετική νομοθεσία, ενώ παράλληλα διατηρεί και τα αδιαμφισβήτητα γεωστρατηγικά της πλεονεκτήματα. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν. Κάποιος πρέπει να τις κινήσει.

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένα δεδομένα, η μεταβολή των οποίων είναι αναγκαία, προκειμένου να αρχίσει μια πορεία αντίστροφη και με θετικό πρόσημο. Στην κορυφή των συγκεκριμένων δεδομένων είναι το δημόσιο χρέος της χώρας. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, με άλλα λόγια και πιθανώς με διαφορετική στρατηγική, συμφωνούν ότι το χρέος μας δεν είναι βιώσιμο, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και θεωρείται επιβεβλημένο, μέσα από διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μας, να μειωθεί. Ηδη από την προηγούμενη Πέμπτη το βράδυ, στο τελευταίο Eurogroup, οι δανειστές έβαλαν τις προϋποθέσεις, προκειμένου να ξεκινήσει η συζήτηση που θα οδηγήσει σε συμφωνία για μείωση του χρέους.

Αυτές είναι τρεις:

α) η υλοποίηση των μέχρι τώρα συμφωνηθέντων (προαπαιτούμενα),

β) η ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος και

γ) η διαπίστωση της αναγκαιότητας μείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Εδώ που τα λέμε δεν μας έβαλαν να πιάσουμε και δράκους… Πρόκειται για τρία ζητούμενα, τα οποία δείχνουν εφικτά και υλοποιήσιμα. Εναπόκειται στη σοβαρότητα και τα διαπραγματευτικά επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς, προκειμένου η συζήτηση για μείωση του χρέους επιτέλους να ξεκινήσει. Αλλωστε, κάτι τέτοιο αποτελεί δέσμευση των δανειστών της Ελλάδας από το Νοέμβριο του 2012. Δεν είναι πρόωρη, λοιπόν, η συζήτηση για τη μείωση του ελληνικού χρέους, αλλά μάλλον έχει καθυστερήσει. Οπως και να το κάνουμε, αν το χρέος μειωθεί, μια βαθιά ανάσα για τον Ελληνα φορολογούμενο θα δοθεί. Είναι άλλο να καλείται το ελληνικό δημόσιο σε καταβολή τοκοχρεολυσίων 10 ή 12 δισ. ευρώ ετησίως και άλλο να καταβάλει 4 ή 5 δισ. Περισσεύουν πόροι. Απαιτούνται λιγότερα φορολογικά έσοδα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων. Δημιουργείται ρεαλιστική δυνατότητα μείωσης των φορολογικών συντελεστών.

Αρκεί, όμως, από μόνη της η μείωση του χρέους για να φέρει την ανάπτυξη; Ασφαλώς όχι! Ακόμα και ελάχιστα αν χρωστάς, όταν παράγεις λιγότερα από όσα ξοδεύεις ποτέ δεν θα το αποπληρώσεις.

Τα προηγούμενα χρόνια η δαιμονοποίηση της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων είχε γίνει θέσφατο. Μέσα από μια κατεστημένη αντίληψη ότι το κέρδος του επιχειρηματία είναι χάσιμο για τον εργαζόμενο, είχαμε φτάσει σε χίμαιρες ότι όλους μπορεί να μας θρέφει το κράτος ή ότι το χρήμα …φυτρώνει στα δέντρα.

 Μόλις χθες οι συμφωνίες που υπογράφηκαν με τους Κινέζους φτάνουν τα 6,5 δισ. ευρώ. Πολλές από αυτές θα τις υλοποιήσουν Ελληνες επιχειρηματίες και Ελληνες εργαζόμενοι. Στην Ελλάδα φυσικά.

Ωραία! Τότε ας τα πουλήσουμε όλα στις πολυεθνικές και ας γίνουμε εργάτες των 600 ευρώ, θα μπορούσαν να αντιτάξουν ορισμένοι. Θυμίζω ότι κάποιοι εκφοβιστικά, τρεις δεκαετίες νωρίτερα, μας απειλούσαν ότι θα γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης, αλλά τελικά ούτε αυτό που άλλοτε εκστομιζόταν ως απειλή, καταφέραμε να διασφαλίσουμε.

 Η εποχή μας είναι εξαιρετικά πολυσύνθετη για να την εγκλωβίζουμε σε ξεπερασμένους μονόδρομους. Χωρίς την αναθέρμανση της παραγωγικότητας των παραγωγικών μονάδων όλων των τομέων της εγχώριας οικονομίας, καμία ξένη επένδυση δεν μπορεί να φέρει την ανάκαμψη και την αύξηση της απασχόλησης. Για να παράξουν οι αγρότες, οι επαγγελματίες, οι βιοτέχνες και βιομήχανοι, όσοι έχουν απομείνει στη χώρα μας, η επανέναρξη της χρηματοδότησης είναι ο μόνος τρόπος. Τα τέσσερα τελευταία χρόνια δεν έχει δοθεί ούτε ένα δάνειο επιχειρηματικό, ούτε ένα ευρώ κεφαλαίου κίνησης. Οι Ελληνες πολίτες όμως φορτώθηκαν στις πλάτες τους, μέσω της εκτίναξης των φόρων, το κόστος ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Οι ετεροβαρείς συμφωνίες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Αυτό ας το γνωρίζουν οι κρατούντες.

Βεβαίως για να δουλέψουν οι εγχώριες επιχειρήσεις και παραγωγικές μονάδες και όχι μόνο οι εξαγωγικές χρειάζεται αναθέρμανση της κατανάλωσης η οποία έχει πιάσει ναδίρ. Οι σημερινοί μισθοί και συντάξεις δεν οδηγούν σε ανάπτυξη αλλά σε ύφεση. Είναι ανόητο να επαναλάβουμε ότι τα 100 ευρώ αύξηση του εργαζομένου θα πάνε απευθείας στην κατανάλωση και κατά το μεγαλύτερο μέρος θα επιστρέψουν στο δημόσιο ταμείο ως φορολογικά έσοδα, ενώ τα υπόλοιπα θα δημιουργήσουν μόχλευση στην οικονομία και πιθανότατα και κάποιες θέσεις εργασίας.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη του Βολιώτη τραπεζίτη των Ελλήνων εφοπλιστών Γιώργου Ξηραδάκη στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, διαπιστώνω ότι δεν μας έχει απασχολήσει ποτέ σοβαρά ο χαρακτήρας του κεντρικού λιμανιού του Βόλου, ούτε οι δυνατότητες στην περιοχή του θαλασσίου μετώπου του Αλμυρού. Κι όμως ο συμπατριώτης μας που έπαιξε την τελευταία επταετία ίσως τον πιο κρίσιμο ρόλο στην έλευση των κινέζικων επενδύσεων στην Ελλάδα, δηλώνει βέβαιος ότι η περιοχή μας θα μπορούσε να διαθέτει υποδομές τις οποίες το Θριάσιο Πεδίο δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί. Κυρίως λόγω φυσικών πλεονεκτημάτων και παράλληλων υποδομών όπως τα δίκτυα της περιοχής. Αλήθεια ως τοπική κοινωνία και κυρίως ως τοπικό πολιτικό προσωπικό, ασχοληθήκαμε ποτέ σοβαρά με τα συγκεκριμένα ζητήματα; Αφήνω την απάντηση στη δική σας κρίση.

Κλείνουμε επαναλαμβάνοντας μια χρήσιμη κοινοτυπία. Αν δεν κυνηγήσουμε τις ευκαιρίες μας και αν δεν εκμεταλλευτούμε τα πλεονεκτήματά μας θα περιμένουμε αιωνίως σε σταθμό στοιχειωμένο το τρένο της ανάπτυξης…

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
1
=