Γιώργος Λαμπράκης: Εκτιμήσεις, προοπτικές και τα ζητούμενα για την ελληνική οικονομία

γιώργος-λαμπράκης-εκτιμήσεις-προοπτ-128062

Αν φέτος δεν επιτευχθεί ο προσδοκώμενος στόχος για τις επενδύσεις στην Ελλάδα, η οικονομία μας θα παραμένει δέσμια των παθογενειών της. Οι προκλήσεις είναι πολλές και το 2022. Η μεγαλύτερη είναι η εξέλιξη της πανδημίας. Από την οριστική ή όχι επικράτηση της ανθρωπότητας στη μάχη με τον κορονοϊό εξαρτώνται η ανάκαμψη του επιχειρείν, η τόνωση των εισοδημάτων, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η πορεία του γενικότερου οικονομικού κλίματος. Από την ελληνική κυβέρνηση προϋπολογίστηκε ποσό ύψους 11 δισ. ευρώ για τις δημόσιες επενδύσεις. Καταρτίστηκε, επίσης, αναπτυξιακό σχέδιο έως το 2026, με βάση το οποίο η ελληνική οικονομία δεν θα στηρίζεται μόνο στην κατανάλωση και τον τουρισμό. Το σχέδιο βασίζεται στη σωστή αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ωστόσο, χωρίς μεγάλες επενδύσεις δύσκολα θα βελτιωθούν οι συνθήκες στην αγορά εργασίας, καθώς και τα επίπεδα των μισθών. Οι χαμηλοί μισθοί, που καταβάλλονται στη χώρα μας, κρατούν τους νέους δέσμιους σε αδιέξοδη κατάσταση και ταυτόχρονα λειτουργούν αποτρεπτικά ως προς την επιστροφή όσων έφυγαν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Επίσης, το φορολογικό περιβάλλον παραμένει εχθρικό, επιβαρύνοντας σοβαρά τους πολίτες. Ενδεχόμενη απουσία επενδύσεων το 2022 θα έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των  συνθηκών, με ό,τι μπορεί να σημαίνει για την ελληνική οικονομία, η οποία κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένη στα διαχρονικά της αδιέξοδα.

Η κυβέρνηση διακηρύττει ότι στο επίκεντρο της πολιτικής της βρίσκεται η μείωση φόρων και εισφορών. Ο φετινός προϋπολογισμός περιλαμβάνει μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ κατά 13% και αντίστοιχες στη φορολόγηση επιχειρήσεων και φυσικών πρόσωπων κατά 7%. Ομως ο εκρηκτικός συνδυασμός των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας και οι υψηλοί έμμεσοι φόροι στην ουσία εκμηδενίζουν τις όποιες θετικές επιπτώσεις από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση, μεταξύ των χωρών της ΕΕ, στις τιμές των καυσίμων και στην όγδοη παγκοσμίως, λόγω της μεγάλης φορολογικής επιβάρυνσης, η οποία φτάνει το 60%. Εκτιμάται ότι τα συνολικά έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε ενεργειακά προϊόντα στην Ελλάδα ξεπερνούν τα 4 δισ. ευρώ, όταν το 2008 ήταν 2,8 δισ.

Επιπλέον, οι Ελληνες εργάζονται περισσότερο από τους υπόλοιπους εργαζόμενους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο χρόνος εργασίας στην Ελλάδα είναι ο υψηλότερος στην ΕΕ, παρόμοιος με τον αντίστοιχο, που ισχύει στις χώρες των Βαλκανίων και στην Τουρκία, απέχοντας σημαντικά από τις χώρες της Βόρειας και της Δυτικής Ευρώπης. Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας στην Ελλάδα ξεπερνά τις 41 ώρες, όταν στην Ευρωζώνη είναι 37. Επίσης, ο ένας στους τρεις Ελληνες μισθωτούς εργάζεται το Σαββατοκύριακο, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό μόλις που ξεπερνά το 22%.

Το 2022 οι μισθοί στη χώρα μας αναμένεται να αυξηθούν πάνω από 6%, ωστόσο η «έκρηξη» του πληθωρισμού απειλεί να συρρικνώσει τη μέση αύξηση του πραγματικού μισθού στο 0,8%. Ισχυρή τροχοπέδη για την αύξηση των μισθών τα επόμενα χρόνια, με βάση την αύξηση του ΑΕΠ, θα αποτελούν η περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, τα επίπεδα της μακροχρόνιας ανεργίας και η αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων. Από την άλλη, τα φορολογικά και ασφαλιστικά βάρη παραμένουν δυσβάστακτα, αναγκάζοντας τον μέσο Ελληνα να εργάζεται 75 ημέρες τον χρόνο για να πληρώνει τους έμμεσους φόρους, 60 ημέρες για τις ασφαλιστικές εισφορές και 43 ημέρες για τους άμεσους φόρους. 

Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, κατά τη διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκαν οι φορολογούμενοι, που χρωστούν έως 500 ευρώ κατά 88.000. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμάται, με βάση τις προβλέψεις στον προϋπολογισμό, ότι τα φορολογικά έσοδα θα είναι αυξημένα το 2022 κατά 3,5 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με το 2021, πρόβλεψη που από το υπουργείο Οικονομικών αποδίδεται στην ανάπτυξη. Ωστόσο, οι έμμεσοι φόροι παραμένουν ο βασικός τροφοδότης των εσόδων του κράτους, καθώς και φέτος το 60% θα προέλθει από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και μόλις το 30% από τον φόρο εισοδήματος.

Η Κομισιόν υπολογίζει την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2022 στο 4,9%. «Καύσιμο» στην ανάπτυξη αποτελούν οι επενδύσεις, η κατανάλωση και οι εξαγωγές. Το 2022 οι επενδύσεις, σύμφωνα με το αρμόδιο υπουργείο, θα αυξηθούν κατά 22%, οι εξαγωγές κατά 9% και η ιδιωτική κατανάλωση κατά 3%. Επίσης, ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα σημάδια για την ανεργία, η οποία υποχώρησε στο 12,8%. Από την άλλη, έντονες είναι οι ανησυχίες για παγίωση των πληθωριστικών πιέσεων, μετά το 6,2% που κατέγραψε ο πληθωρισμός τον περασμένο Ιανουάριο. Οι πληθωριστικές τάσεις εκτιμάται ότι θα αρχίσουν να υποχωρούν κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του έτους, δίνοντας ανάσες στους εργαζόμενους, ειδικά τους χαμηλά αμειβόμενους. 

Σχετικά με τον κατώτατο μισθό, από την 1/1/2022 ισχύει η μικρή αύξηση του 2%, που ανακοινώθηκε το περασμένο καλοκαίρι, ενώ τον Μάιο έρχεται και νέα αύξηση, η οποία θα είναι σε συνάρτηση με την πορεία του ΑΕΠ, καθώς και με τον πληθωρισμό. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, εκτιμάται ότι η αύξηση στον κατώτατο μισθό μπορεί να φτάσει στο 5%. Ωστόσο, αν ο ρυθμός ανάπτυξης φτάσει στο 8%, δημιουργούνται ακόμη καλύτερες προοπτικές για τον κατώτατο μισθό.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση σκοπεύει έως τον ερχόμενο Ιούνιο να τερματίσει το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας με την υλοποίηση των δεσμεύσεων, που έχει αναλάβει η Ελλάδα έναντι των θεσμών. «Αγκάθι» αποτελούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, καθώς και η πρόοδος σειράς μεταρρυθμίσεων που πρέπει να ολοκληρωθούν έως το καλοκαίρι. Από τις βασικότερες είναι η ολοκλήρωση των παρεμβάσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η ενίσχυση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, οι παρεμβάσεις στο δημόσιο και στη δικαιοσύνη και η πρόοδος των ιδιωτικοποιήσεων.

Από το υπουργείο Οικονομικών έχει σχεδιαστεί οδικός χάρτης με κύριους στόχους την έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία ίσως και νωρίτερα από τον Ιούνιο, την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου μνημονίου, την εφαρμογή όσων προβλέπει το σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης, τη σταδιακή επιστροφή σε πλεονάσματα και τη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών. Βασικά «όπλα» στην προσπάθεια επίτευξης των στόχων αποτελούν η πρόβλεψη για ανάπτυξη πάνω από 12%, συνολικά, στη διετία 2021 – 2022, τα ταμειακά διαθέσιμα, που ανέρχονται σε πάνω από 32 δισ. ευρώ και η θετική πορεία του προϋπολογισμού με την υπέρβαση των στόχων στα έσοδα.

 

Εγγραφείτε στο Newsletter του Ταχυδρόμου