Της Λευτεριάς τ΄ αγέρι

Τελευταία ενημέρωση: 2018-10-22, 16:42:36
Της Λευτεριάς τ΄ αγέρι

Από το βιβλίο του Γιάννη Μαντίδη, «Σοφίκα Τοπάλη –Θηλιά στη μνήμη»

 

Είχε περάσει ο Σεπτέμβρης, στα μέσα του κι ο Οκτώβρης κι εγώ... ευχόμουνα η κατοχική “ελευθερία μας” στο Σουτραλί να κρατήσει μέχρι να τελειώσει το καραβάκι που μου έφτιαχνε ο κυρ Χρύσανθος, ο καραβομαραγκός. Στις στροφές όμως της Γορίτσας, είδαμε να ξεμακραίνει ένα κομβόι. Ήταν τα φορτηγά των Γερμανών που φεύγανε, η Κατοχή τελείωνε, τέρμα οι “διακοπές”, ώρα ν’ αφήσουμε το Σουτραλί και να γυρίσουμε στο σπίτι.

            Πηγαίναμε με φόβο Θεού και χίλιες προφυλάξεις. Σίγουρα φύγανε οι Γερμανοί ή περιμένουν πίσω απ’ τις πεζούλες να μας... πολυβολήσουν κατόπιν νεωτέρας; Όχι, δεν υπήρχε ψυχή, έρημο το χωριό, πνιγμένο στο χορτάρι που ’χε θεριέψει με τις φθινοπωρινές βροχές, ακόμα και μες στους δρόμους. Απανωτές εκρήξεις μας φέρανε ξανά σ’ ατμόσφαιρα πολέμου. Οι Γερμανοί ήταν ακόμα εδώ; Ήταν τ’ απομεινάρια τους. Νάρκες που ’χαν βάλει για τους αντάρτες. Και τώρα παγιδεύανε αμέριμνους Λεχωνίτες, που κομματιάζονταν... εν ειρήνη!

            Ξαναγνωρίσαμε τα σπίτια μας. Κι ύστερα τρέξαμε σ’ εκείνα τα σημεία που τα σημάδεψε ο θάνατος. Στη μουριά των κρεμασμένων γυναικών. Είχανε κόψει τις θηλιές, μόνο οι κόμποι μείνανε στα κλωνάρια. Τους βλέπαμε από απόσταση, φοβόσουνα να πλησιάσεις. Αντίθετα, κάναμε ... έρευνες εκεί που οι αντάρτες κάψαν τους Γερμανούς. Όλα ένα γύρω μαύρα, η σκόνη απ’ τ’ ανθρώπινο κάρβουνο δύσκολα καθαρίζει. Μέσα στη στάχτη βρήκα και το ρολόι του χεριού. Μαύρο, μισοκαμμένο απομεινάρι από καρβουνιασμένο χέρι Γερμανού, να δείχνει μεσάνυχτα και κάτι, μισή ώρα πριν την ώρα Χ των ανταρτών. Είναι το «κατοχικό» μου σουβενίρ για να θυμάμαι την άγρια εκείνη εποχή που κάλυψε τ’ άγουρα παιδικά μας χρόνια...

            Άγρια αλλ’ υπέροχη προσθέτω στο φινάλε. Η 19η του Οκτώβρη του ’44, ήταν μέρα σημαδιακή, αξέχαστη, μέρα που “φούσκωσε” και “κατέβασε” όλο εκείνο τ’ ατέλειωτο ποτάμι, που πήγασε στα πηλιορείτικα χωριά και πλημμύρισε ολόκληρο το Βόλο. Αυτός ο κόσμος πού βρέθηκε; Πότε κιόλας ντύθηκε γιορτινά, φόρεσε το χαμόγελο τ’ απελευθερωμένο και γέμισε τη δημοσιά;

            Και τρέξαμε κι εμείς, στο δρόμο. Πιτσιρικάδες, νεαροί, μεσήλικες, γέροι, οι πάντες. Στο δρόμο τον αμαξιτό. Να πάρει και ‘μας το ρεύμα του φουσκωμένου ποταμιού. Να μας παρασύρει μαζί του. Με τις σημαίες ν’ ανεμίζουν (πού βρέθηκαν τόσες σημαίες, ελληνικές, ρώσικες, αμερικάνικες, εγγλέζικες...), να τραγουδάμε τα τραγούδια της Αντίστασης. Με μια φωνή και σ’ ένα τόνο. Λες και μας κουμαντάριζε αόρατος μαέστρος:

            Της λευτεριάς καμπάνες χτυπούν, εμπρός μαζί

            Πάμε να διώξουμε τον κατακτητή...

            ’Όταν περάσαμε την Αγριά, στο ξάγναντο της Καλλιθέας, η θέα ήταν συγκλονιστική. Η ανθρώπινη μυρμηγκιά είχε καλύψει την παραλία των Αστεριών και των Τσιμέντων. Χανόταν πέρα, στης Γορίτσας τις στροφές. Η αρχή της ήταν κιόλας μες στο Βόλο, το τέλος της, στην Αγριά, αργούσε ακόμα να φανεί. Και οι πολύχρωμες σημαίες ν’ ανεμίζουν ανάμεσά μας και παντού και το τραγούδι να βγαίνει από χιλιάδες στόματα με μια φωνή:

            Της λευτεριάς τ’ αγέρι φυσάει, εμπρός μαζί

            Πάμε να διώξουμε τον κατακτητή...

            Και πηγαίναμε να τον διώξουμε τον κατακτητή, αν κι ήταν ήδη διωγμένος. Μόνο ένας πνιγμένος Γερμανός πάφλαζε στην παραλία των Τσιμέντων. Λέγαν πως ήτανε πιλότος κι έπεσε με τ’ αεροπλάνο του στον Παγασητικό. Τον βλέπαμε για μέρες, φουσκωμένο, χωρίς μαλλιά, πότε να ξεμακραίνει απ’ την ακτή και πότε να πλησιάζει. Σε κάθε Απελευθέρωση κάποια κατοχικά υπολείμματα συνήθως απομένουν. Ο άνεμος της λευτεριάς, όσο κι αν φυσάει δυνατά, δεν τα παίρνει, δεν τα σηκώνει όλα. Όμως εκείνη η Απελευθέρωση, της 19ης Οκτωβρίου του 1944, με την πορεία την ατέλειωτη, τη συγκλονιστική, για τη δική μας τη γενιά ήταν γιορτή ανεπανάληπτη, μεγάλη. Κι όταν αργότερα θα βλέπω κάποιες σκηνές από ταινίες του Αϊζενστάιν, με κείνα τα πλήθη να πορεύονται χωρίς αρχή και τέλος “αυτά, θα πω, εγώ τα ’χω ξαναδεί”! Κι ο νους μου θα γυρίζει πίσω, σε κείνη τη δική μας την πορεία, την ατέλειωτη, με τις σημαίες τις πολύχρωμες ν’ ανεμίζουν και να πάλλονται όταν φύσαγε και μας δρόσιζε «της λευτεριάς τ’ αγέρι»...

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
6
=