Μες του Μαγιού τις μυρωδιές…

Τελευταία ενημέρωση: 2017-05-01, 02:51:21
Στον δρόμο προς τη Δράκεια το 1970 ανάμεσα σε λουλούδια οι: Νίτσα Ψαθά, Τιτίκα Τσουράπα - Αρβανιτάκη, Ελένη Πρίντζου, Λένα Μπάμπαλη, Δανάη Παπαοικονόμου (Αρχείο Ελένης Σεφεριάδου - Πρίντζου)
Μες του Μαγιού τις μυρωδιές…

 Πρωτομαγιάτικες αναμνήσεις παλαιότερων εποχών, με οδηγό το φωτογραφικό άλμπουμ της Ελένης Σεφεριάδου-Πρίντζου  –  Πηλιορείτικα έθιμα και η Πρωτομαγιά στο περιβόλι του Τσαρδακά 

Ενδιαφέρουσες μαρτυρίες συνθέτουν το χρώμα και το άρωμα της πρώτης μέρας του Μαΐου, οι οποίες ξυπνούν μνήμες στους παλιότερους και προκαλούν έντονα συναισθήματα συγκίνησης και νοσταλγίας, καθώς  ξετυλίγεται το κουβάρι των αναμνήσεων και το ρολόι του χρόνου γυρίζει στο παρελθόν. Πολλά άλλαξαν στο πέρασμα του χρόνου αλλά οι πρωτομαγιάτικες μνήμες και αφηγήσεις διατηρούν τη φρεσκάδα και τη δροσιά της νιότης. Το σημερινό αφιέρωμα στην Πρωτομαγιά είναι ένα νοερό ταξίδι στο μακρινό παρελθόν, τότε που για πολλούς Βολιώτες η συγκεκριμένη μέρα ήταν ταυτόσημη με μια ευχάριστη εξόρμηση στο περιβόλι του Τσαρδακά, ενώ για τους Πηλιορείτες ήταν μια μέρα συνδεδεμένη με παμπάλαια έθιμα και παραδόσεις. Ξεχωριστή θέση στο σημερινό αφιέρωμα κατέχουν οι αναμνήσεις της Ελένης Σεφεριάδου – Πρίντζου, πρώην διευθύντριας του Γαλλικού Ινστιτούτου Βόλου, η οποία ξεφυλλίζει το προσωπικό φωτογραφικό άλμπουμ και αφηγείται στιγμιότυπα μιας αξέχαστης πρωτομαγιάτικης εκδρομής το 1969 στις Μηλιές, με το τρενάκι.

Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ

Πολλά κι ενδιαφέροντα στιγμιότυπα συνθέτουν καρέ – καρέ την περιήγηση στο μακρινό παρελθόν, με οδηγό μνήμες που έχουν καταγραφεί στον «Βόλο και το Πήλιο», την ομαδική προσπάθεια δασκάλων της Α΄ Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Μαγνησίας, με τη συνεργασία του επιθεωρητού Ιωάννου Κων. Παπαϊωάννου. Το κεφάλαιο της συγκεκριμένης έκδοσης του 1959 που αναφέρεται στην Πρωτομαγιά, καταγράφει πολλές σημαντικές πληροφορίες, που ανάγονται στο μακρινό παρελθόν.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε δημοσίευμα του περιοδικού «Εστία» του 1890, που αναφέρει ότι τα ξημερώματα της 1ης Μαΐου όλες οι κοπέλες κάθε χωριού  χωρίζονταν σε ομάδες ανά πέντε. Η μία από τις κοπέλες ντύνονταν νύφη και οι υπόλοιπες της παρέας συνοδοί και τραγουδίστριες της νύφης.

Οι δύο συνοδοί κρατώντας τη νύφη και οι άλλες δύο κρατώντας μια στάμνα, αγιασμένα νερά όλων των πηγαδιών του χωριού, ρίχνοντας σε αυτά νερό απ’ τη στάμνα. Προηγουμένως έριχναν στη στάμνα διάφορα αντικείμενα ανύπαντρων κοριτσιών και αγοριών, καθώς επίσης βλαστάρια απ’ τα αμπέλια και τα εύφορα δέντρα.

Στην ίδια έκδοση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους Μάηδες, το κατεξοχήν πηλιορείτικο έθιμο που ήταν συνδεδεμένο με την άνοιξη, με βαθιές ρίζες, που ανάγονται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο Γιάννης Κορδάτος αναφέρει χαρακτηριστικά στα «Λαογραφικά και ιστορικά του Πηλίου»: «Στα παλιά τα χρόνια υπήρχε συνήθεια να γιορτάζεται η Πρωτομαγιά με γλέντια και παράτες, που θυμίζουν τα αποκριάτικα έθιμα. Δέκα ίσαμε είκοσι παιδιά μεγάλα, μασκαρεύονταν. Δηλαδή φορούσαν διάφορα ρούχα και ο ένας παρίστανε τον αράπη,  ο άλλος το γιατρό κι άλλος το γέρο, τη γριά μονοδοντού, το φουστανελλά κι ακόμη το γενίτσαρο, το βοεβόδα, τη χανούμισσα κλπ. Έτσι η κάθε παρέα έχοντας στη μέση το Μάη, έναν νιό στολισμένο με λουλούδια και με ντόπια όργανα μπροστά (ζουρνάδες, νταούλια, βιολιά) γυρνούσε στα εργαστήρια και τα σπίτια και μάζευε φιλέματα (δώρα) κυρίως σύκα, καρύδια, αυγά και πολλές φορές και παράδες».

 

Εξορμήσεις στα περιβόλια

Το κεφάλαιο της Πρωτομαγιάς, στην ίδια έκδοση, διανθίζεται από πολύ σημαντικές πληροφορίες, σχετικά με τις αγαπημένες συνήθειες των παλιών Βολιωτών, οι οποίοι εξέδραμαν στα πέριξ με χορούς, τραγούδια και πολύ κέφι.

«Η πρωτομαγιά γιορτάζεται με γενική έξοδο του πληθυσμού στα προάστια, όπου κατασκευάζονται στεφάνια, τα οποία στήνονται κατόπιν στις εισόδους των σπιτιών. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, συνηθισμένος τόπος πρωτομαγιάτικης συγκεντρώσεως του λαού ήταν η τοποθεσία «Τσιμπούκη», πάνω από τη συνοικία Ανάληψη» όπως σημειώνουν οι συγγραφείς του βιβλίου «Ο Βόλος και το Πήλιο».

Για πολλούς Βολιώτες, η πρωτομαγιάτικη εξόρμηση που ανάγονταν στις αρχές του 1900, ήταν ταυτόσημη με το περιβόλι του Τσαρδακά, σημείο αναφοράς της ανοιξιάτικης ατμόσφαιρας. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται μέσα από τη μαρτυρία του Νίκου Τσαρδακά, εγγονού του Γιώργου Τσαρδακά, ο οποίος συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση στην εστίαση. Ανακαλώντας μαρτυρίες συγγενικών προσώπων και παλιών Βολιωτών, ο Νίκος Τσαρδακάς αναφέρει στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ ότι «παλιά οι Βολιώτες έρχονταν εκδρομή στη συγκεκριμένη περιοχή όπου υπήρχαν περιβόλια με αχλαδιές, ελιές και οπωροφόρα, πολλά από τα οποία καλλιεργούσαν οι παππούδες μου. Έρχονταν οι εκδρομείς να μαζέψουν λουλούδια, να καθίσουν στη φύση κι ο παππούς μου είχε μαγαζί με κρασιά, τσίπουρα, ψητά, όπου λέγεται ότι έτρωγε και ο Θεόφιλος, ο επονομαζόμενος «βρακάς» επειδή φορούσε φουστανέλες».

 

Πηλιορείτικη παράδοση

Ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες για το «Πήλιο της παράδοσης» παραθέτει ο γνωστός ερευνητής, λαογράφος και συγγραφέας Κώστας Λιάπης, ο οποίος υπογραμμίζει ότι «τα πηλιορείτικα έθιμα της Πρωτομαγιάς ήταν κυρίως μαγικά και αντιβασκανικά, προφυλαχτικά και αναβλαστικά κι είχαν πανάρχαια προέλευση. Με την ομοιοπαθητική μαγεία θέλησαν και οι παλιοί πηλιορείτες όχι μόνο ν’ αναπαραστήσουν την αναγέννηση της φύσης και ζωής αλλά και να προφυλαχτούν από τις μυστικές και καταλυτικά βλαφτικές εκείνες δυνάμεις που επιβουλεύονται την ευτυχία των ανθρώπων».

Όπως αναφέρει ο ίδιος «το σκόρδο για τον παλιό Πηλιορείτη αποτελούσε ένα απ’ τα κύρια και πιο αποτελεσματικά όπλα στον αγώνα του ενάντια στις μυστικές και ζημιογόνες δυνάμεις του κακού. Το βρίσκουμε στη διάρκεια του χειμωνιάτικου γιορταστικού “Δωδεκαημέρου” να διώχνει τα καλικαντζάρια, το βλέπουμε και την Πρωτομαγιά να προστατεύει τους πηλιορείτες απ’ το “κούμπωμα” που μπορούσε να προκαλέσει το γκάρισμα του γαιδάρου ή το λάλημα του κούκου. Επικρατούσε, δηλαδή, η πρόληψη, ότι εάν τυχόν και άκουγαν το γκάρισμα κανενός γαιδάρου και δεν είχαν φάει σκόρδο, θα σκόνταφταν οπωσδήποτε και θα χτυπούσαν άσχημα».

Η κατάλυση του σκόρδου κατά την Πρωτομαγιά είχε έναν ακόμη λόγο, την προφύλαξη των ανθρώπων από τα φίδια. Ο Δημήτρης Λαμπαδάρης  σημειώνει ότι: «Το ψωμί για τις γιορτές του Πάσχα ζυμώνεται συνήθως τη Μεγάλη Πέμπτη. Ένα μικρό ψωμάκι φυλάσσεται από την Πρωτομαγιά. Πρωί – πρωί της Πρωτομαγιάς, και πριν ακόμα λαλήσει ο κούκος, θα γευτεί από το ψωμί αυτό όλη η φαμελιά και θα ταϊστούν όλα τα ζώα της αγροτικής οικογένειας. Πιστεύουν, δηλαδή, ότι το ψωμί της Μ. Πέμπτης έχει τη δύναμη να διώχνει τα φίδια που αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα με τις ζέστες του Μάη. Έτσι άτρωτοι και πλημμυρισμένοι πίστη ξεκινούν όλοι για τις αγροτικές δουλειές».

Μαγιάτικα στεφάνια

Το Μαγιάτικο στεφάνι είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό έθιμο της Πρωτομαγιάς, το οποίο παραμένει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας ενώ όπως σημειώνει ο Κώστας Λιάπης: «Παλιότερα ήταν απαραίτητο το σκόρδο και στο άνθινο στεφάνι που κρεμούσαν οι πηλιορείτες την Πρωτομαγιά πάνω απ’ την εξώπορτα του σπιτιού τους. Και με την ευκαιρία σημειώνουμε ότι το σκόρδο το έβαζαν στο στεφάνι σαν αντίδοτο για το “κακό του ματ’”, όπως έβαζαν και την τσουκνίδα για να διώχνει τους ψύλλους και τους κοριούς, καθώς και το κλωνάρι της κρανιάς, που απόδιωχνε απ’ το σπίτι τις αρρώστιες και κυρίως τις θέρμες που ιδιαίτερα ταλάνιζαν στα παλιά τα χρόνια τον κοσμάκη του βουνού μας. Κι επειδή ο λόγος μας κρατάει ακόμα για τα προφυλαχτικά και αντιβασκανικά έθιμα της πηλιορείτικης Πρωτομαγιάς, θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως οι παλιοί Πηλιορείτες το είχαν σε κακό την πρώτη του Μάη να μαζεύουν από τη γη οτιδήποτε άλλο εκτός από τα  λουλούδια που προορίζονταν για το πρωτομαγιάτικο στεφάκι. Κι αυτό γιατί πίστευαν πως αν το έκαναν αυτό κινδύνευαν να “μαζέψουν” πάνω τους ένα πλήθος από πληγές».

 Εκδρομή στον Μυλοπόταμο  το 1970 με την Αμαλία Σέϊδου (Αρχείο Ελένης Σεφεριάδου - Πρίντζου)

 

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΗ ΕΞΟΡΜΗΣΗ ΣΤΙΣ ΜΗΛΙΕΣ

Η Ελένη Σεφεριάδου – Πρίντζου  θυμάται…

Ολες οι Πρωτομαγιές παλιά ήταν ηλιόλουστες ή τουλάχιστον έτσι τις θυμάμαι. Όλος ο κόσμος ξεχύνονταν στις όμορφες γωνιές της Μαγνησίας. Εμείς όχι και τόσο. Ο πατέρας, κόνιαλης, κιμπάρης, δεν πολυκαταλάβαινε γιατί έπρεπε να ταλαιπωρήσει τους νεοσσούς του μια μέρα που όλοι ήτανε στους δρόμους με κάρα, με άμαξες, με ποδήλατα, α ναι και κανένα στρατιωτικό τζιπ που αναλάμβανε μεταφέρει γενιές ολόκληρες μιας οικογένειας προς τους ανέμελους πρωτομαγιάτικους προορισμούς.  Κουβέρτες, «πλάκες» της Βέμπο, του Τσιτσάνη, του Καζαντζίδη ή «μικρές σαρανταπεντάρες», πιο μοντέρνες, αποφάσιζαν να καλύψουν τους ήχους της χαρούμενης αυτής μέρας.

Η φωτογραφία θυμίζει τη μέρα εκείνη. Οικογενειακώς, χωρίς τον πατέρα, μαζί με τους Βοδοναραίους, οικογένεια της μάνας μου, φεύγουμε για το σπίτι της Ανθούλας, της κουμπάρας του θείου, στις Μηλιές. Με το τρενάκι βέβαια, σαν γνήσιοι σιδηροδρομικοί που αρνούνταν κάθε άλλο μεταφορικό μέσο. Έφευγε από το σταθμό νωρίς το πρωί. Όταν ξυπνήσαμε ο ήλιος δεν είχε ακόμη ξεμυτίσει από τις πηλιορείτικες κορυφογραμμές και τα κοκόρια της γειτονιάς απαντούσαν στα καλημερίσματα από τις παρυφές του μισοξυπνημένου Πηλίου και τις άκρες της πόλης.

Στα δρομάκια των Μηλεών το 1969. Διακρίνονται Ελένη Πρίντζου (πρώτη δεξιά), Ρένα Δομαζινάκη, Ρένα Βοδονάρα, Γιάννης Πατρίκος, Διαμαντής Βοδονάρας, Κική Σεφεριάδου (Αρχείο Ελένης Σεφεριάδου - Πρίντζου)

Με ολόδροσα μέτωπα από τον ύπνο της νιότης που ξεκούραζε το μυαλό μας και το ξεκαθάριζε από κάθε είδους σκέψεις, ανεβαίναμε στ’ ανοιχτά βαγόνια. Διασχίζαμε δροσόλουστες πλαγιές και κοντινά ακρογιάλια. Χωριά του Παγασητικού που μόλις άρχισαν ν’ αναδεύονται. Μέσα στα δρομάκια του χωριού ξεχώριζε το δίπατο σπίτι της Ανθούλας. Οι τριανταφυλλιές της αυλής ολάνθιστες, οι βεγόνιες μπουμπουκιασμένες, τα δέντρα να υπόσχονται γερή σοδειά.

Το τραπέζι στήθηκε μ’ όλα τα καλά του Θεού, της Ανθούλας και της κομπάνιας μας. Το κρασί έρεε άφθονο γιατί τ’ αμπέλια της ιδιοκτήτριας είχαν όμορφο κρασί όπως και οι ελαιώνες το καλό λάδι, μπερικέτι!

Τα πιατικά της προίκας κουδούνιζαν στη γλυκιά μεσημβρινή ώρα. Ο χορός συνεπήρε τη νεολαία ενώ οι μεγαλύτεροι ένιωθαν τη νύστα να βαραίνει τα βλέφαρα. Τα πόδια θυμήθηκαν τις παλιές γυροβολιές και τις όμορφες αναμνήσεις. Γέμισαν τα δωμάτια χορούς και τραγούδια. Στα δωμάτια, στα μπαλκόνια οι νέοι γελούσαν και χαριεντίζονταν. Οι φωτογραφίες κατέγραψαν τις όμορφες αυτές ώρες. «Αντιλαβού της αιωνιότητος» όπως μας μάθαινε ο Σωκράτης Παπαϊωάννου, ο φιλόλογός μας για έξι συναπτά έτη στο Γυμνάσιο.

Από την Πρωτομαγιάτικη εκδρομή στις Μηλιές το 1969  (Αρχείο Ελένης Σεφεριάδου - Πρίντζου -διακρίνεται πρώτη αριστερά)

Η ώρα του γυρισμού πλησίασε γλυκιά και ήρεμη. Το τρενάκι στο σταθμό των Μηλεών μας περίμενε. Αποχαιρετισμοί, ευχαριστήρια, ευχές. Η παρέα με τους θείους, τη μητέρα, τον αδελφό μου, τις ξαδέλφες μου Ρένα και Δήμητρα, τον Γιάννη Πατρίκο στην όμορφη ώρα της νιότης, σιγοσφύριζαν ήχους που μας συνόδεψαν όλη τη μέρα. Μελωδίες που γέρασαν,  μα δεν ξεχάστηκαν.

Το σφύριγμα ακούστηκε πιο κοντινό. Το τρενάκι ξεκινούσε. Από παντού αργοπορημένοι, ξαναμμένοι, φορτωμένοι λουλούδια και στεφάνια γέμιζαν τα βαγόνια. Όλοι για το σπιτικό μας. Μας περιμένει να στολίσουμε την πόρτα ή το μπαλκόνι με το στεφάνι που θα πλέξουμε. Ο Μάης θα μείνει ένα μήνα κοντά μας. Η άνοιξη έφτασε.

 Αναμνηστική φωτογραφία από εκδρομή στον Λαύκο – Από το βιβλίο «Βολιώτικαι αναμνήσεις» του Νικόλαου Γάτσου έκδοση Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (ΔΗ.Κ.Ι.)

 

 

 

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
8
=