Zαγόρι: Στον δρόμο των μεγαλόπρεπων γεφυριών

Τελευταία ενημέρωση: 2016-11-10, 12:05:01
Zαγόρι: Στον δρόμο των μεγαλόπρεπων γεφυριών

Αφήνοντας πίσω γνωστούς τουριστικούς προορισμούς αναζητάμε μέσα από τους δρόμους των βουνών το αναλλοίωτο από τον χρόνο ηπειρώτικο τοπίο. Ανακαλύπτουμε υπέροχα χωριά, άγνωστα γεφύρια και εξερευνούμε τόπους όπου η φύση έχει ακόμη τον πρώτο λόγο.

«Ζα-γκόρι» έλεγαν οι παλιοί και έδειχναν πίσω από τα βουνά! Εκεί κρυμμένα στις αλλεπάλληλες πτυχώσεις της Β. Πίνδου, κάτω από τις επάλξεις των κορφών, στις παρυφές της χαράδρας του Βίκου βρίσκονται τα Ζαγοροχώρια, δηλαδή «ο τόπος πίσω από το βουνό», όπως δηλώνει η σλαβογενής λέξη «Ζαγόρι».

Οι ορεινές αυτές κοινότητες έδωσαν σκληρό αγώνα στο διάβα των αιώνων και με πείσμα, υπομονή και εφευρετικότητα έμαθαν να συμβιώνουν με την άγρια γη τους, αλλά και να επιβιώνουν από τις αλλεπάλληλες αλλαγές στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες των εποχών.

Τρία είναι σήμερα τα βασικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την ανθρωπογεωγραφική αυτή ενότητα και την κάνουν να ξεχωρίζει. Πρώτο φυσικά είναι τα πέτρινα χωριά που στην πλειονότητά τους έχουν διατηρήσει την αρχική αρχιτεκτονική τους ταυτότητα.

Συναρπαστικό, πολύμορφο και πολυποίκιλο επίσης είναι το γεωφυσικό ανάγλυφο όπου η άγρια φύση διατηρεί τον αρχέγονο ρόλο της. Επιπλέον σε αυτή την γωνιά της Ηπείρου συναντάς με μεγαλύτερη συχνότητα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της ορεινής Ελλάδας, πανέμορφα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια. Τα μικρά αυτά θαύματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής κατάφεραν να δαμάσουν την τραχιά γη, ανοίγοντας δρόμους επικοινωνίας με τον «έξω κόσμο». Σήμερα κάποια είναι παροπλισμένα, ενώ αρκετά άλλα που βρίσκονται κοντά σε ορεινά θέρετρα, έχουν γίνει τουριστική ατραξιόν και ιδανικό φόντο για αναμνηστικές φωτογραφίες.

Το οδοιπορικό μας στον «τόπο πίσω από το βουνό» θα ξεκινήσει από τους Κήπους του Κεντρικού Ζαγορίου και θα ολοκληρωθεί μετά από 80 χιλιόμετρα πορείας στο μεγαλοχώρι του Ανατολικού Ζαγορίου, τη Βωβούσα, που έχει την τύχη να είναι ένα από τα λίγα χωριά της χώρας τα οποία διασχίζονται από ένα μεγάλο ποτάμι. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή που θεωρείται από τις ομορφότερες, θα διασχίσουμε απίστευτα ορεινά τοπία, θα επισκεφτούμε χωριά που δεν έχει αγγίξει ακόμη το ρεύμα του μαζικού τουρισμού και θα δούμε τουλάχιστον δέκα πέτρινα γεφύρια. Το οδικό δίκτυο είναι ασφάλτινο, όμως κι εδώ, όπως συμβαίνει στα περισσότερα βουνά, οι στροφές είναι πολλές και ειδικά αυτήν την εποχή με τα ξεσπάσματα συχνών καταιγίδων, η οδήγηση χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Η Δόλιανη σας καλωσορίζει μ’ ένα κομψό πέτρινο γεφυράκι που δρασκελίζει το ρέμα που κυλά μπροστά από τον οικισμό.

Από το Κουκούλι προς τους διάσημους Κήπους
Το μονότοξο γεφύρι του Κόκορη θα το δούμε πάνω σε μία από τις κυριότερες διασταυρώσεις του Κεντρικού Ζαγορίου, στον δρόμο που οδηγεί προς Τσεπέλοβο, αλλά και προς Κουκούλι, Κήπους.

Με το πέτρινο σταθερό του τόξο ενώνει τις βραχώδεις όχθες του Μπαγιώτικου ρέματος, ενώ είναι γνωστό και ως «γεφύρι του Νούτσου». Δίπλα του, εκεί που το στένωμα του ποταμού δίνει ορμή και βάθος στα νερά, έφτιαξε τον νερόμυλό του ο Γρηγόρης Κόκορης που έδωσε στο γεφύρι το άλλο του όνομα. Το γεφύρι του Κόκορη ήταν σημαντικό για τις μετακινήσεις στο Κεντρικό Ζαγόρι, καθώς συνέδεε τα χωριά Κήποι, Κουκούλι και Δίλοφο.

Κατευθυνόμενοι προς Κήπους ο δρόμος τρέχει παράλληλα με την κοίτη του Μπαγιώτικου ρέματος. Σε μια στροφή μας αποκαλύπτεται το πιο διάσημο ίσως γεφύρι της Πίνδου, που είναι τρίτοξο και οι ντόπιοι το ξέρουν με το όνομα Καλογερικό ή του Πλακίδα. Κτίστηκε το 1814 στη θέση παλιότερου ξύλινου και το ιδιόμορφο παρουσιαστικό του με τις τρεις στιβαρές αλλεπάλληλες, συμμετρικές καμάρες το έκαναν αμέσως αναγνωρίσιμο. Κατηφορίζοντας από τον κεντρικό δρόμο, για λίγα μέτρα θα έχετε τη δυνατότητα να περπατήσετε στη ράχη του, ενώ μέσα από τις καμάρες του θα δείτε να ξεπροβάλλει, σαν μέσα σε πέτρινο κάδρο, το χωριό Κήποι.

Λίγα μέτρα πριν φτάσουμε στους Κήπους θα δούμε αριστερά μας το μικρό φαράγγι Βικάκι που οριοθετείται προς Βορρά από το γεφύρι του Χάτσιου και προς Νότο από το γεφύρι του Κοντοδήμου που εντοπίζεται μέσα στο φαράγγι πλησιάζοντας στους Κήπους. Πίσω από το Βικάκι ξεπροβάλλουν τα αρχοντόσπιτα των Κήπων με το πέτρινο ανάστημά τους. Σκαρφαλωμένα στην απότομη ράχη του βουνού Τρία Κεφάλια, κοιτάζουν αμφιθεατρικά την κοίτη του Μπαγιώτικου ποταμού και τη μικρή κοιλάδα που ξεπροβάλλει γύρω από τις όχθες του. Το χωριό Κήποι, που υπήρξε κεφαλοχώρι από τον 15ο αιώνα, διατηρεί ακόμα και σήμερα ζωντανές τις αγροτικές του καταβολές. Η καλλιέργεια των κηπευτικών έδωσαν στον οικισμό το σημερινό όνομά του που παλιά ήταν Μπάγια και οφειλόταν στον ομώνυμο ποταμό που ποτίζει την γη του.

Τα γεφύρια της Πίνδου συνέδεαν τα ορεινά χωριά με τον «έξω κόσμο» και αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας.

Παλιά πρωτεύουσα του Ζαγορίου, οι Κήποι απαριθμούσαν σχεδόν 1.000 κατοίκους. Σήμερα το χωριό είναι γνωστό για τα όμορφα λιθόκτιστα αρχοντικά και τους ποιοτικούς παραδοσιακούς ξενώνες του και θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά και επισκέψιμα χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου.

Ιεροί Νεγάδες και ιστορικοί Φραγκάδες
Αφήνοντας πίσω την τουριστική κίνηση των Κήπων θα κατευθυνθείτε ανατολικά, όπως δείχνουν οι ταμπέλες, με προορισμό τα χωριά Νεγάδες, Φραγκάδες, Λεπτοκαρυά. Λίγο έξω από τα τελευταία σπίτια επάνω στον δρόμο, θα δείτε το γεφύρι του Μύλου που κτίσθηκε το 1748 και από τότε συνδέει τις όχθες του Μπαγιώτικου ποταμού. Πρόκειται για συμπαγή κατασκευή με δυο τόξα και με μικρότερη βοηθητική καμάρα. Στη μια άκρη του υπάρχει ακόμη ο παλιός νερόμυλος που του έδωσε και το όνομά του.

Οκτώ χιλιόμετρα από τους Κήπους θα φτάσετε στο κεφαλοχώρι Νεγάδες. Στην είσοδο του ιστορικού χωριού δεσπόζει ο ναός του Αγίου Γεωργίου που όμως είναι τρισυπόστατος, επίσης αφιερωμένος στον Αγιο Δημήτριο και στην Αγία Τριάδα. Θεωρείται ο μεγαλύτερος και πλέον επιβλητικός ναός του Ζαγορίου και κτίστηκε το 1775 με χρηματοδότηση του εμπόρου Ματθαίου Γκίνου. Το καθολικό του στολίζεται από αξιόλογες αγιογραφίες Καπεσοβιτών ζωγράφων όπου ανάμεσα στους αγίους της Ορθόδοξης εκκλησίας απεικονίζονται οι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι Αριστοτέλης και Πλούταρχος με τη μορφή αρχόντων της εποχής. Επίσης σημαντικό είναι το επίχρυσο λεπτοδουλεμένο από ξύλο καρυδιάς τέμπλο.

Λαϊκή ζωγραφιά από γκρεμισμένο σπίτι στο χωριό Νεγάδες.

Συνεχίζοντας την πορεία προς τα ανατολικά διασχίζουμε ένα ημιορεινό τοπίο κατάφυτο από άφθονες βελανιδιές και στα 12 χιλιόμετρα συναντάμε το όμορφο χωριό Φραγκάδες. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας πολλοί από τους κατοίκους των Φραγκάδων ξενιτεύτηκαν στη Ρουμανία και σε άλλες παραδουνάβιες χώρες. Γυρνώντας πίσω στο χωριό, πλούσιοι πια, έκτισαν όμορφα σπίτια και χρηματοδότησαν κοινωφελή έργα. Αν και το 1943 το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς, σήμερα τμήματα από τις παλιές γειτονιές διασώζονται σε καλή κατάσταση και μαρτυρούν το σπουδαίο παρελθόν του.

Λίγο πιο έξω από το χωριό στον δρόμο για Λεπτοκαρυά, στη θέση Τσιπριές ή Μύλος, συναντάμε το γεφύρι του Πετσιώνη που κτίσθηκε το 1818. Συντηρήθηκε το 1987 από τη Νομαρχία Ιωαννίνων και διατηρείται σε καλή κατάσταση. Δεν θα το δείτε από τον δρόμο, η ταμπέλα όμως που υπάρχει θα σας οδηγήσει σε αυτό. Είναι ένα κομψό γεφύρι που καθώς βρίσκεται μακριά από την τουριστική κίνηση δεν είναι καθόλου γνωστό.

Πορεία για τα δάση του Ανατολικού Ζαγορίου
Εξι χιλιόμετρα χαλαρής διαδρομής θα σας φέρουν στο χωριό Λεπτοκαρυά που λογίζεται ως το πιο ανατολικό χωριό του Κεντρικού Ζαγορίου ή κατ’ άλλους το πρώτο από τα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου. Μπερδεμένες ιστορίες θα έλεγε κάποιος και δεν θα είχε άδικο. Το βέβαιο είναι πως η Λεπτοκαρυά βρίσκεται σε ύψος 1.000 μέτρων, παλιότερα ονομαζόταν Λιασκοβέτσι και μέχρι τον Μεσοπόλεμο ήταν ένα ακμάζον χωριό. Γύρω από το χωριό υπάρχουν μερικά μικρά πέτρινα γεφύρια που αν έχει κάποιος τον χρόνο, αξίζει να τα αναζητήσει. Ενδεικτικά να αναφέρουμε το γεφύρι του Τσάμη, το γεφύρι στις Μπεούτες και αυτό στον Μέγα Λάκκο.

Ο ναός του Αγ. Δημητρίου με το εξάγωνο καμπαναριό στους Φραγκάδες.

Επόμενη στάση το χωριό Δόλιανη που βρίσκεται σε κομβικό σημείο (8 χιλιόμετρα από Λεπτοκαρυά, 45 από Μέτσοβο - μέσω Εγνατίας Οδού) και σε ύψος 950 μέτρων. Το χωριό σας καλωσορίζει στις πετρόκτιστες γειτονιές του μ’ ένα κομψό πέτρινο γεφυράκι που δρασκελίζει το ρέμα που κυλά μπροστά από τον οικισμό.

Μην παρασυρθείτε από τη σημερινή ερημιά. Η Δόλιανη δεν είναι ένας άσημος οικισμός. Σύμφωνα με γραπτές πηγές, κάποτε είχε 500 κατοίκους που ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. Οι Δολιανίτες είχαν αντιπροσωπείες και καταστήματα σε αρκετές μεγάλες πόλεις των Ανατολικών Βαλκανίων, αλλά και στη Μικρά Ασία. Το 1943 το χωριό όπως και πολλά ακόμη χωριά του Ανατ. Ζαγορίου παραδόθηκε στις φλόγες από τους Γερμανούς. Λίγο έξω από το χωριό σε σημείο θέας θα δείτε την εκκλησιά του Προφ. Ηλία με το εντυπωσιακό εξαγωνικό καμπαναριό. Η Δόλιανη βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Οποιον από τους δύο δρόμους και αν ακολουθήσετε, θα καταλήξετε στη Βοβούσα.

Η βορινή διαδρομή θα σας περάσει μέσα από τα χωριά Καστανιώνας, Μακρινό και Ελατοχώρι. Η νότια θα κάνει έναν μεγαλύτερο κύκλο, αλλά θα σας φέρει στα χωριό Τρίστενο, Γρεβενίτι, Φλαμπουράρι. Δύσκολα να επιλέξετε προς τα πού θα πάτε. Βέβαια μπορείτε ν’ ακολουθήσετε τον έναν δρόμο και να επιστρέψετε από τον άλλο. Η απόφαση δική σας και οπωσδήποτε θα εξαρτηθεί από τον χρόνο που έχετε.

Σίγουρα όμως θα πρέπει να σταθείτε σε μερικά σημαντικά αξιοθέατα της περιοχής. Πάντως σε γενικές γραμμές θα πρέπει να ξέρετε ότι σε αντίθεση με τα χωριά του Κεντρικού και Δυτικού Ζαγορίου, το Ανατολικό Ζαγόρι βίωσε την ολοκληρωτική καταστροφή από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής (1943) που πυρπόλησαν σπίτια, αρχοντικά, βιβλιοθήκες και εκκλησίες.

Στον δρόμο που οδηγεί από το Γρεβενίτι στη Λίμνη Πηγών Αώου θα δείτε τη μικρή λίμνη Ζορίκα.

Ακολούθησαν τα χρόνια του Εμφυλίου και η ανέχεια των μεταπολεμικών χρόνων. Η άγνοια, η φτώχεια, η αμέλεια της πολιτείας δεν βοήθησαν ώστε οι οικισμοί να ανοικοδομηθούν σύμφωνα με τις παραδοσιακές φόρμες.

Τρίστενο, Γρεβενίτι και Φλαμπουράρι
Το Τρίστενο ή Ντρεστενίκο, όπως συνεχίζουν να το αποκαλούν οι γεροντότεροι, βρίσκεται σε υψόμετρο 950 μέτρων. Σημαντικός εδώ είναι ο ναός του Γεωργίου, κτίσμα του 1793 που σαν από θαύμα γλίτωσε όταν οι ναζί έκαψαν το χωριό. Πηγαίνοντας από Δόλιανη προς Τρίστενο, σ’ ένα χαρακτηριστικό γύρισμα του δρόμου, πλάι στη σύγχρονη γέφυρα, θα διακρίνετε το οξυκόρυφο γεφύρι της Τσίπιανης να ενώνει τις όχθες του ποταμού Βάρδα (παραπόταμο του Αράχθου). Κτίσθηκε το 1875 με τη χρηματοδότηση κατοίκων από το Γρεβενίτι και το Τρίστενο και στοίχισε συνολικά 1.040 τούρκικες λίρες.

Από το Τρίστενο, το Γρεβενίτι απέχει μόλις δύο χιλιόμετρα και θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου. Επίσης κι εδώ άνθησε το εμπόριο, ενώ οι συναλλαγές με τις παραδουνάβιες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έφεραν πλούτο και ευημερία.

Εντεκα χιλιόμετρα βόρεια από το Γρεβενίτι συναντάμε το Φλαμπουράρι με τη νοικοκυρεμένη πλατεία του όπου ξεχωρίζει ο ναός του Αγ. Νικολάου. Πηγαίνοντας από Γρεβενίτι για Φλαμπουράρι θα δείτε στα αριστερά τον ασφάλτινο δρόμο που θα σας φέρει μετά από 3,5 χιλιόμετρα στην είσοδο της ιστορικής και αναπαλαιωμένης σήμερα μονή Βουτσάς που κτίσθηκε τον 7ο αιώνα με χρηματοδότηση του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πωγωνάτου. Κοντά στο μοναστήρι στις όχθες του παρακείμενου ποταμού Βάρδα βρίσκεται το δίτοξο γεφύρι της Κούρτιας που παλιότερα συνέδεε τη Δόλιανη με το μοναστήρι και το Γρεβενίτι.

Φραγκάδες: ένα από τα άγνωστα αρχοντοχώρια του Κεντρικού Ζαγορίου.

Πριν στρίψετε προς Μονή Βουτσάς, σχεδόν πάνω στον δρόμο που οδηγεί στη Λίμνη Πηγών Αώου θα δείτε τις μικροσκοπικές, ειδυλλιακές λίμνες απ’ όπου πηγάζει το ποταμάκι Ζορίκα που είναι παραπόταμος του Αραχθου. Ολόγυρα θεόρατα μαυρόπευκα αντανακλούν τις σιλουέτες τους στην ατάραχη επιφάνειά του νερού παίζοντας παιχνίδια συμμετρίας. Την άνοιξη οι λιμνούλες γεμίζουν νούφαρα!

Η μακρινή Βωβούσα στις όχθες του Αώου
Η περιοχή όπου αναπτύσσεται ο πυρήνας των χωριών του Ανατ. Ζαγορίου είναι γνωστή και με το προσωνύμιο «Βλαχοζάγορο» καθώς σε αρκετά από αυτά οι κάτοικοι, Βλάχικης καταγωγής, μιλούσαν μαζί με την ελληνική και τη βλάχικη γλώσσα που έχει λατινογενείς ρίζες. Σήμερα δυστυχώς τη μιλούν όλο και λιγότεροι καθώς οι γεροντότεροι που ήταν στην πλειονότητά τους δίγλωσσοι, φεύγουν.

Αφήνοντάς πίσω το Φλαμπουράρι και το Ελατοχώρι, στο σημείο όπου υπάρχει ο συνοικισμός Σέσα, θα δείτε τον δρόμο που με μπόλικες στροφές σκαρφαλώνει στη ράχη «Ράχη Ζήνα» (ψηλότερο σημείο τα 1.550 μέτρα) και στη συνέχεια κατηφορίζει για την κοιλάδα του Αώου και τη Βοβούσα.

Η διαδρομή εξαιρετικά συναρπαστική (μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου Β. Πίνδου) θα σας αποκαλύψει ένα πανέμορφο μεικτό δάσος όπου συνυπάρχουν άφθονα δασικά είδη όπως η βελανιδιά, η οξιά και η μαύρη πεύκη, ενώ στα ψηλότερα τα έλατα με τα ρόμπολα.

Λίγο έξω από τα τελευταία σπίτια στους Κήπους θα συναντήσετε το γεφύρι του Μύλου.

Αν είχε πρωτεύουσα το Βλαχοζάγορο, αυτή θα ήταν η Βωβούσα που βρίσκεται κτισμένη στις όχθες του ποταμού Αώου και θεωρείται ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά της Πίνδου. H Bωβούσα θα σας υποδεχτεί με τις δύο γειτονιές της και το κομψό πετρογέφυρό της, κτίσμα του 1748. Στα βλάχικα το χωριό λέγεται Μπαϊάσσα. Η ονομασία Βωβούσα προέκυψε από την αρχαία ονομασία του Αώου που ήταν «Βοϊούσας» από τη λέξη βοή.

Παραδοσιακά εδώ και αιώνες, οι ντόπιοι ασκούν το επάγγελμα του κτηνοτρόφου. Πολλοί ήταν υλοτόμοι, ενώ παλαιότερα υπήρχαν αρκετοί που ασχολούνταν με το μεταπρατικό εμπόριο ή ήταν αγωγιάτες. Στο χωριό ζούσαν μέχρι τον Μεσοπόλεμο περισσότεροι από 800 άνθρωποι και λειτουργούσε δημοτικό σχολείο. Σήμερα ξεχειμωνιάζουν περίπου 80 με 100 κάτοικοι που ασχολούνται κυρίως με την υλοτομία, αλλά και την επεξεργασία του ξύλου.

Από το γεφύρι της Βωβούσας ξεκινά η πεζοπορική διαδρομή που κινείται στο μονοπάτι Ε6 και για 5-6 χιλιόμετρα ακολουθεί την κοίτη του ποταμού Αώου. Στη συνέχεια ξεκινά η ανάβαση με έντονες μάλιστα κλίσεις. Το μονοπάτι στρέφεται ανατολικά και δρασκελίζει τη δασωμένη ράχη για να κατηφορίσει τελικά προς Αρκουδόρεμα και τον πυρήνα της Βάλια Κάλντα.

Από τη Βωβούσα μπορείτε να βγείτε στην Εγνατία Οδό μέσω Γρεβενών ακολουθώντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς Περιβόλι, Ζιάκα, Μαυραναίους - Γρεβενά. Να υπολογίζετε Βωβούσα - Γρεβενά 60 χιλιόμετρα.

Πώς στεριώνει ένα γεφύρι

Στη γραφική πλατεία στο Φλαμπουράρι ξεχωρίζει ο ναός του Αγ. Νικολάου.

Οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν τα γεφύρια ήταν εμπειρικοί μάστορες και επειδή το γεφύρι στα τούρκικα ονομαζόταν «κιοπρού» ήταν γνωστοί ως «κιοπρούληδες». Το συνάφι τους ανήκε στις συντεχνίες των μαστόρων της πέτρας και με τα πολυάριθμα μπουλούκια τους γυρνούσαν την Ελλάδα και τη Βαλκανική, κτίζοντας γεφύρια.

Για το στέριωμα ενός γεφυριού είτε αυτό ήταν μονότοξο, είτε είχε περισσότερα τόξα, μεγάλη σημασία είχε η σωστή επιλογή της τοποθεσίας, η στατικότατα του εδάφους, αλλά και η ορμή που είχε σε εκείνο το σημείο το ποτάμι.

Καθώς το τσιμέντο ήταν τότε άγνωστο, το «κουρασάνι», η συνδετική ύλη δηλαδή που έδενε τις πέτρες, γινόταν κυρίως από ασβέστη σε συνδυασμό με τριμμένες πέτρες, κεραμίδια, αλλά και διάφορα άλλα υλικά όπως π.χ τα αυγά και οι τρίχες ζώων. Μάλιστα ο κάθε πρωτομάστορας είχε τη δικιά του συνταγή που την κρατούσε ως επτασφράγιστο μυστικό!

Ο ποταμός Αώος όπως τον βλέπουμε από το ύψος της Βωβούσας.


Εικόνα από τις Νεγάδες του χθες.

 

ΠΗΓΗ: ethnos.gr

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
8
=