H γυναίκα, πάνω από όλα μάνα... από την παράδοση στη σύγχρονη πραγματικότητα

Τελευταία ενημέρωση: 2017-05-13, 17:14:37
H γυναίκα, πάνω από όλα μάνα... από την παράδοση στη σύγχρονη πραγματικότητα

Της ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ  ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ –ΚΑΜΗΛΑΚΗ, Δ.Φ.,

τ. Διευθύντριας, επιστ. συνεργ. του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

 

Όπως έχει αποδειχθεί από τις σύγχρονες λαογραφικές-εθνογραφικές ανθρωπολο-γικές έρευνες η  παράδοση παίζει καθοριστικό ρόλο  στη διαμόρφωση όχι μόνο της εθνικής αλλά και της ατομικής ταυτότητας των μελών μιας κοινότητας  / κοινωνίας, ακόμη και αν αυτό δεν γίνεται άμεσα κατανοητό από την ίδια. Ως απτά παραδείγματα,  μπορεί να αναφέρει κανείς ενδεικτικά τις σχέσεις των μελών μιας οικογένειας (που σε μεγάλο βαθμό αντανακλούν τις παραδοσιακές σχέσεις των μελών της ευρύτερης παραδοσιακής οικογένειας στο σύγχρονο μοντέλο  της συρρικνωμένης αστικής οικο-γένειας), καθημερινές εκφράσεις της γλώσσας μας, που επιβιώνουν τελικά πέρα και ανεξάρτητα από το αρχικό τους σημαινόμενο (πχ.  «του λιναριού τα πάθη» κλπ.), ή ακόμη και τις διατροφικές μας συνήθειες, μαζί  με την διαμόρφωση μιας συγκε-κριμένης γευστικής αισθητικής.

     Μέσα από αυτή την προβληματική, της συνείδησης μιας ενιαίας ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας μέσα από τα διάφορα στάδια του πολιτισμού και της αναπόφευκτης  κοινωνικής  εξέλιξης, που αυτά  συνεπάγονται, η αναφορά στη δια-δρομή της γυναικείας παρουσίας στην αγροτοποιμενική, την ημιαστική μεταβατική αλλά  και την αστική κοινωνία  δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση.

Με θεματικούς άξονες προσέγγισης τα  ηλικιακά στάδια της γυναικείας ζωής με τα ιδιαίτερα βιολογικά φαινόμενα που τα συνοδεύουν (π.χ. έθιμα και δοξασίες σχετικά με την έναρξη της εφηβείας, τον τοκετό,  τη λοχεία, τη γεροντική ηλικία κ.λπ.), τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια μέσα από τον βασικό της ρόλο ως μητέρας και  συζύγου (π.χ. καθημερινές φροντίδες, μητρότητα), τη συμμετοχή σε δραστηριότητες  και στην οικονομία της κοινότητας (π.χ. γυναικεία επαγγέλματα και κοινωνικότητα, λατρεία κ.ά.), τις αναπαραστάσεις της στο λαϊκό φαντασιακό, όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί στην εικονογραφία και  τις παραδόσεις κυρίως  (π.χ. νεράιδες, μάγισσες, λάμιες, στρίγγλες, αντρογυναίκες, αμαζόνες,  μονοβύζες, δράκισ-σες κ.ά.), τον λατρευτικό της ρόλο - ιερότητα  (ιέρεια, αγία- Θεότητα, Παναγία).

Και όλα αυτά σύμφωνα με την περιοριστική γυναικεία  τοπικότητα  (σώμα, οίκος,  κοινότητα, φαντασιακές αναπαραστάσεις) στον κύκλο της ανθρώπινης ζωής  (σε βιολογικό,  κοινωνικό και τελετουργικό επίπεδο), την  καθημερινότητα  στα  όρια του οίκου  (υποχρεώσεις και  ρόλοι  συγγένειας), της κοινότητας (κινητικότητα, οικονομία, κοινωνικότητα, βίαιες δοκιμασίες, θρησκευτικότητα και  προφορικότητα) και έξω από αυτήν (μάγισσες, ξένες,  άγιες ή ιερές,  νεράιδες, και ξωτικές, γυναικεία σύμβολα).

     Παράλληλα ο ρόλος  της γυναίκας στο παραμύθι, η μορφή  της Παναγίας, όπως αυτή περιγράφεται από την λαϊκή παράδοση,  η ιδανική γυναικεία  μορφή ως  ωραία- πεντάμορφη, καλή, έξυπνη και δραστήρια, ως γυναίκα και ως σύζυγος, μάνα (καλή  η κακιά), ως μητριά, πεθερά, γριά κ.ο.κ.  Η σχέση της γυναίκας, τέλος, με τον θάνατο ως το πέρασμα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και το αντίστροφο. Δεν είναι τυχαίο ότι στις επικρατέστερες διαδοχικά στην περιοχή μας θρησκείες δύο γυναικείες μορφές φαίνεται να χρησιμεύουν για το πέρασμα από τον μόνο βέβαιο- πραγματικό επίγειο κόσμο στον άλλο τον υποθετικό αλλά αναγκαίο (άλλη ζωή, άλλος κόσμο, Κάτω κόσμος, Παράδεισος – Κόλαση, Ουρανός) μετά το θάνατο: Η Δήμητρα που κατάφερε να ανεβεί στον Όλυμπο, αφού με την κόρη της Περσεφόνη εξασφάλισε την ομαλή αναγέννηση της ζωής, μέσω του θανάτου του σώματος και η Παναγία η οποία με τη γέννηση του Ιησού μέσα στο σπήλαιο που παραπέμπει στη γέννηση του Δία και τους Κορύβαντες, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν,  κλίμαξ γήθεν, βαστάζουσα τον βαστάζοντα πάντα. Και οι δύο άμεσα συνδεδεμένες με την διαδικασία της σποράς και της γονιμότητας για την εξασφάλιση της σοδειάς δέχονται τις τιμές και τις προς-φορές (πανσπερμία-πολυσπόρια), γονιμοποιούν τη γη που ανθεί κάθε χρόνο, καρπίζει και θρέφει τους θνητούς, που με τη σειρά τους καθώς είναι «χόες και εις χουν απελεύσονται», λιπαίνουν ανταποδοτικά το σώμα της, το χώμα, μέχρι τότε που σύμφωνα με την εσχατολογική θεωρία θα «αποδώσει τους νεκρούς της», όπως και η θάλασσα «τους πνιγμένους της». Η αντίληψη αυτή υπαγορεύει μια σειρά από νεκρικές τελετουργικές ενέργειες και πράξεις όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εξόδου από τη ζωή συγκεκριμένου ανθρώπου αλλά κατά τη διάρκεια του ενιαυτού με τα μνημόσυνα, τα νεκρολατρικά δρώμενα και τις εκδηλώσεις χαρμολύπης με πρωταγωνιστικές μορφές τις γυναικείες, που αναλογικά με τη γη δέχονται, θερμαίνουν και τροφοδοτούν το σπέρμα της ζωής και διατηρούν ζωντανή τη μνήμη των προγόνων. Έτσι δεν θα μπορούσε η γη να μη προσωποποιείται ως γυναίκα αντιφατική κατά το πρότυπο της Αφροδίτης, της Ήρας, της Εύας, και μάλιστα  όμορφη, νέα και ελκυστική.

        Η μελέτη της γυναικείας παρουσίας στον αγροτικό χώρο σε σχέση με τη λαογρα-φία, θα μπορούσε να αποτελεί θέμα ενός ή και πολλών συνεδρίων. Θα μπορούσα, χωρίς να θεωρηθώ υπερβολική, να πω ότι ουσιαστικά αποτελεί τον πρωταγωνιστή του παραδοσιακού πολιτισμού. Με βάση τα παραπάνω θα προσπαθήσω να δώσω επιγραμματικά ορισμένα στοιχεία κυρίως για τον γυναικείο τρόπο και χρόνο στην αγροτική ζωή και στο μέχρι πρόσφατα μεταβατικό στάδιο στο πέρασμα προς τον αστικό τρόπο ζωής, ο οποίος δεν συνδέεται τόσο με τον τόπο όσο με τον τρόπο ζωής.  Σήμερα και ο αγροτικός χώρος βιώνει έναν ιδιότυπο εξαστισμό. Στην παραδοσιακή κοινωνία ο τόπος είναι συγκεκριμένος και σπάνια αλλάζει, μόνο σε περιπτώσεις γάμου της σε άλλο οικισμό  και σπανιότερα στα ξένα. Είναι ο χώρος του σπιτιού, της κοινότητας, της αγροτικής περιοχής, όπου ευρίσκεται η οικογενειακή περιουσία (χωράφι, στάνη,  εργαστήριο) και όπου εξαντλεί τη δραστηριότητά της.

        Ο ρόλος, ή καλύτερα οι ρόλοι που η γυναίκα αναλαμβάνει να παίξει σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο χώρο είναι πολλοί  και εκτυλίσσονται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τον κύκλο του χρόνου και τον κύκλο της ζωής, γύρο από τους οποίους ως γνωστόν  περιστρέφονται  οι υποχρεώσεις της στα πλαίσια της οικογένειας, της κοινότητας, της θρησκείας, της μαγείας, των αντιλήψεων για τον κόσμο, της κοσμοθεωρίας. Έτσι ο ρόλος της κόρης, της μητέρας, της γιαγιάς, διασταυρώνεται με εκείνον της αγρό-τισσας, της βόσκισσας, της θερίστριας, της εργάτριας στον καπνό κλπ. Παράλληλα είναι η ιέρεια στο σπίτι με όλες τις υποχρεώσεις προς την εκκλησία και σε δύσκολες περι-στάσεις αναλαμβάνει την επικοινωνία ακόμη και με υπερφυσικά όντα στα οποία πιστεύει περισσότερο από τους άντρες.

         Τα τελευταία χρόνια  παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια ανασύνθεσης της ιστορικής-κοινωνικής παρουσίας των γυναικών, απαλλαγμένης εν πολλοίς από τις ακρότητες των αγωνιστικών  προσπαθειών φεμινιστικών οργανώσεων των προηγου-μένων δεκαετιών. Με δεδομένες τις κατακτήσεις των γυναικών η έρευνα προσπαθεί να φωτίσει πτυχές από το γυναικείο παρελθόν με σκοπό να διαπαιδαγωγήσει τις νεότερες γενιές αγοριών και κοριτσιών για τους σύγχρονους δύσκολους ρόλους.

        Ο ερευνητής του λαϊκού πολιτισμού μέσα από το υλικό έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει την ορατή αλλά και η αθέατη πλευρά της αδιάλειπτης πάλης των δύο φύλων στην οποία το θηλυκό δεν αναγνωρίζει καμμία ευθύνη στο αρσενικό για τη διαιώνιση ή μη της ζωής ακόμη κι όταν  η ανάληψη αυτής της ευθύνης αποβαίνει  εις βάρος του. Έτσι καθιερώνεται ο ιερός ρόλος της μητέρας ως μήτρας της ζωής, ενώ η στειρότητα, συνδεδεμένη απολύτως με την γυναίκα, θεωρείται κατάρα. Σε  καμμιά περίπτωση δεν  επιβαρύνεται για τη στειρότητα ο άνδρας. Πάνω στη βασική αυτή αρχή λειτούργησε το γυναικείο φύλο και προσδιόρισε τη στάση και τη συμπεριφορά του στην καθημερινή ζωή.  Οι τυχόν παρεκκλίσεις από τον κύριο ρόλο θεωρήθηκαν πάντοτε υπερβάσεις και ερμηνεύτηκαν διαφορετικά με τη βοήθεια συμπληρωματικών δεδομέ-νων, οπωσδήποτε όμως με κεντρικό άξονα την μητρότητα, η οποία πρέπει να ξεπερνάει άλλες καταστάσεις, όπως ο έρωτας.

         Η μητρότητα, λοιπόν, αποτελεί τον πρώτο και όχι σπάνια τον μοναδικό σκοπό  για τη γυναίκα και τοποθετείται πάνω και από τον γάμο, ο οποίος αποτελεί τον νόμιμο και συνήθη δρόμο για τεκνοποιία. Αν  παρά ταύτα ανύπαντρη κόρη μείνει έγκυος, προτρέπεται να μη σκοτώσει το παιδί και να σεβαστεί την ιερότητα της μητρότητας. Επιστρατεύεται εδώ το παράδειγμα της πέρδικας, η οποία θεωρείται προσωποποίηση της στοργικής μάνας, αφού κάνει πολλά παιδιά τα οποία προστατεύει. Η ανύπαντρη, λοιπόν, κόρη που έχει μείνει ατυχώς έγκυος, αποφασίζει μετά τη γέννηση του παιδιού την αποπομπή του ενοχλητικού καρπού:

Και στην ποδιά της τό ’βαλε, να πάει να το γκρεμίσει.

Όμως στο δρόμο της κατά το δημοτικό τραγούδι συναντάει την πέρδικα, η οποία την επιπλήττει έντονα:

                             Πού  πας, σκύλα, που πάς οβριά, που πάς μαγαρισμένη

                             Εγώ ’χω δεκοχτώ πουλιά, κανένα δεν πετάω,

                             Και σύ έχεις τον χρυσόν υγιό και πας να τον γκρεμίσεις!

Το τραγούδι είναι σαφές:

                             Κοίτα μη μοιάσεις του λαγού, οπού γεννάει κι αρνιέται

                             Μοιάσε της πετροπέρδικας, της αηδονολαλούσας

        Που κάνει δεκοχτώ παιδιά, κανένα δεν αρνιέται

    Κι αν πέση αητός και πάρει ένα από τα πουλιά της

    Κάνει καιρούς να πιεί νερό, καιρούς να κελαϊδήσει

Η μητρότητα ήταν και πρέπει να δεχθούμε ότι εξακολουθεί να παραμένει γυναικείο προνόμιο, που καθορίζει εν πολλοίς το ρόλο της γυναίκας.

Στην παραδοσιακή κοινωνία η τεκνοποίηση είναι υπόθεση που ξεπερνάει σημαντικά τη σχέση του ζεύγους, έχει κοινωνικό περιεχόμενο και για την επίτευξή της δραστηριο-ποιείται η οικογένεια της γυναίκας, αφού γενική είναι ο πεποίθηση ότι για οποιοδήποτε  πρόβλημα στην απόκτηση παιδιού (ατεκνίας ή δυσκολίας) ευθύνεται αποκλειστικά η γυναίκα. η οποία σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες είναι ο φορέας της πολυτεκνίας   και ευτεκνίας, τού σκοπού του γάμου, από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Η απαιδία ή ολιγοπαιδία - διαχρονικά – θεωρείται ως δυσμενής διάθεση και τιμωρία του θεού πρός το ζεύγος και ειδικά προς τη γυναίκα. Η άτεκνη, «άδοξος και στερουμένη παρρησίας» κατά τους Βυζαντινούς συγγραφείς, αποκαλείται  άκληρη, στείρα, μαγκούφα, μαρμάρα, γρουσούζα, ανεπρόκοπη, βάσκανη και εν τέλει αμαρ-τωλή, γι’ αυτό και ήταν αποκλεισμένη από θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως ο γάμος, η βάπτιση, οι επισκέψεις, διότι η παρουσία της θεωρούνταν  βλαπτική. «Οι ιερείς δεν δέχονταν το πρόσφορο της  άτεκνης για τη λειτουργία ή στην καλύτερη περίπτωση δεν έβγαζαν τη σφραγίδα από το δικό της πρόσφορο για την Θεία Κοινωνία. Στην καθημερινή κοινωνική ζωή η  άτεκνη είναι αμαρτωλή ή πληρώνει αμαρτίες άλλων, η παρουσία της μπορεί να προκαλέσει ζημιές, έχει κακό  μάτι και γενικά δεν χαίρει εκτιμήσεως. Ο Παπαδιαμάντης συχνά στα διηγήματά του ασχολείται με το θέμα της ατεκνίας και της αποδόσεως στη γυναίκα της κατηγορίας της στείρας ή άκαρπης καθώς των προσπαθειών εκ μέρους των γυναικών της μικρής κοινωνίας της Σκιάθου να τεκνοποιήσουν με καταφυγή σε μαγικές και δεισιδαίμονες ενέργειες,  τάματα, νηστείες, προσευχές, βότανα και μάγια. «Κύριε Ιησού  Χριστέ, άφελε τον ονειδισμόν μου και παράσχου καρπόν τη εμή κοιλία", αναφέρει προσευχή από τον βίο του Δανιήλ  του Στυλίτου, που δείχνει την ανάγκη για παιδοποιία: Η προσπάθεια αυτή συχνά φθάνει στην υπερβολή με εικονική εγκυμοσύνη, κατά την απουσία του ναυτικού συζύγου, και την υιοθεσία ξένου τέκνου, προκειμένου να επιτύχει ο γάμος και να μη πληγεί το κύρος της γυναίκας.

           Η άτεκνη μέσα στην οικογένειά της, στην καλύτερη περίπτωση, περιφρονείται σιωπηρά. Στη Μάνη ήταν παλαιότερα γνωστό το φαινόμενο της προσλήψεως της σύγκριας ή συγκόρμισας, δεύτερης δηλαδή γυναίκας, όχι απαραίτητα συζύγου, για την απόκτηση τέκνου, συνήθεια η οποία υπογραμμίζει τα όρια της δύναμης της πατριάς.

        Η παραδοσιακή ελληνική κοινωνία για πολλούς και συνήθως εξηγήσιμους λόγους θεωρεί την γυναίκα  κοινωνικά και όχι πάντοτε πρακτικά το ασθενές φύλο και εκτός από την ατεκνία η θηλυγονίαχαιρετίζεται μεεκδηλώσεις λιγότερο ενθουσιώδεις από τις αντίστοιχες επί αρρενογονίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα και πάλι από την ιδιαίτερη  κοινωνία της Μάνης, όπου οι άνδρες  αποτελούσαν μετρήσιμη δύναμη για την οικογένεια, και για το λόγο αυτό ήταν ευπρόσδεκτη κυρίως η γέννηση αρσενικού παιδιού, η οποία γιορταζόταν με πυροβολισμούς και άλλες εκδηλώσεις χαράς:

      Για τα παιδιά τα σερνικά, οπόταν γεννηθούσι,

     χυλόπιττες μοιράζουσι για να τα ευχηθούσι…

     Καλός να γίνη στ’ άρματα και τους οχτρούς να σβήση…

         Η γέννηση θηλυκού παιδιού δεν ήταν βεβαίως λυπηρό γεγονός, εφ’ όσον η ατε-κνία είναι το χείριστο, δεν προκαλούσε ωστόσο ιδιαίτερη χαρά.  Οι εκφράσεις  «απόμ’ νε η μάνα τζάμπα», δηλαδή κρίμα την εγκυμοσύνη, όταν γεννηθεί κορίτσι.  «Τι παιδιά κάνατε; -Απ’ τα καλά, όταν είναι αγόρι, κουρ’ τσούδ’, όταν είναι κορίτσι».  Η  Φόνισ-σα, βεβαίως, θα εκφράσει την ακραία  θέση: «Τα Θηλυκά είναι ο χαμός, το ρήμαγμα του σπιτιού, της οικογένειας η καταστροφή. Και στα πλούσια και στα φτωχόσπιτα το ίδιο". "Ολοι οι γονείς χρέος έχουνε να "κουκουλώσουνε" τα κορίτσια τους. Να τα προι-κίσουνε. Κάθε μητέρα, κάθε χήρα, ταλαιπωρούμενη, ξενοδουλεύοντας, γινομένη κακή με όλους τους γείτονας τρώγουσα κριθαρόζωμον, ιδρωποτισμένον, ώφειλε να αποκα-ταστήσει  τα καταραμένα θηλυκά". Το θηλυκό είναι το αδύναμο μέρος. Ωστόσο λέγεται παρηγορητικά: Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι.

          Αλλά και  η ευχή «εννιά γιούς και μία κόρη» προς τις  νύφες δείχνουν την επι-θυμία για γέννηση αγοριού, πράγμα που προσπαθούσαν να επιτύχουν ακολουθώντας διάφορες αντιλήψεις αναλογικής μαγείας. Η εξήγηση που έδιναν στο δεδομένο πλαίσιο σκέψης για την ύπαρξη θηλυγονίας είναι το «ρίξιμο των κοριτσιών» κατά τη διάρκεια της γαμήλιας τελετής από πιθανές αντίζηλες, εχθρούς της οικογένειας κλπ. Σερνικοβότανα, μαγικές συνήθειες (κάρφωμα των θηλυκών), ονόματα Σταμάτα, Στασινή,  Αγόρω, Αγορίτσα  σε περιπτώσεις συνεχούς θηλυγονίας δείχνουν το πόθο για τη γέννηση αρσενικού παιδιού. Γιατί παρά το γεγονός ότι ο Χριστός κήρυξε «ουκ έστι άρσεν ή θήλυ». Ο Παύλος (Προς Κορινθίους Α΄, 11, 8) Λέγει: «η γυνή δόξα ανδρός εστιν. Ου γαρ έστιν ανήρ εκ γυναικός αλλά γυνή εξ ανδρός και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια γυναίκα αλλά γυνή δια τον άνδρα».

         Βεβαίως η μικρότερη προτίμηση προς τα θηλυκά παιδιά δεν είναι μόνο ίδιον των Ελλήνων αλλά και όλων σχεδόν των λαών της Βαλκανικής και της Ευρώπης παλαιό-τερα. Δεν αναφερθώ καν στην απαράδεκτη θέση της γυναίκας στον μουσουλμανικό  κόσμο.

       Μετά τον τοκετό, οι γυναίκες αναλαμβάνουν την ανατροφή των παιδιών παράλ-ληλα με τα υπόλοιπα καθήκοντα, οικιακά, αγροτικά, συζυγικά, εργατικά. Οι ρόλοι διευρύνονται, αλλά και το κοινωνικό κύρος και οι ρυθμοί της ζωής τους μεταβάλ-λονται και εντείνονται σύμφωνα με τις νέες ανάγκες.

        Προστατευτική με μέτρο, αυστηρή προς τα παιδιά η παραδοσιακή μητέρα θα κατευθύνει τα βήματα τους, σύμφωνα με τον κοινωνικό κώδικα που πρέπει να ακο-λουθήσουν, αναγκασμένη να δώσει τις συμβουλές εκείνες που θα κρατήσουν το παιδί, αρσενικό ή θηλυκό, μέσα στο πλαίσιο των ισχυόντων κοινωνικών θεσμών και δεσμών.   Το παράδειγμα της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη, μια παραβατική ακραία περίπτωση, δοσμένη από ένα συγγραφέα που γνώρισε στο βάθος τα προβλήματα της γυναικείας ψυχής στην παραδοσιακή κοινωνία,  τονίζει ακριβώς τον κανόνα. Η Χα-δούλα, φύση ελεύθερη, υποταγμένη ωστόσο στους κανόνες της κοινωνίας στην οποία έζησε, αποφάσισε να απαλλάξει  και άλλες γυναικείες υπάρξεις από τις ίδιες ταλαι-πωρίες. Ο Παπαδιαμάντης δικαιολογεί τις ενέργειές της όχι ως ενέργειες ενός νηφάλιου ανθρώπου αλλά αφ’ ότου «εψήλωσεν ο νους της», δηλ. άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια της λογικής.

       Ο ρόλος της μητέρας του αγοριού  είναι διαφορετικός από το ρόλο της μητέρας του κοριτσιού.  Η πρώτη προορίζεται να παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή του νέου ζευγαριού τουλάχιστον στις πατριαρχικές οικογένειες, όπου η νύφη εισέρχεται στο σπίτι του συζύγου της  και αποξενώνεται από τους δικούς της. Στη νέα της ζωή πρέπει να συνηθίσει κοντά στη μητέρα του συζύγου της γι αυτό  και η διαδεδομένη παροιμία επισημαίνει ότι η νύφη όταν γεννηθεί της πεθεράς θα μοιάσει, αν θέλει να παίξει καλά το ρόλο της. Διαφορετικά θα  δημιουργηθούν προβλήματα.

       Η πεθερά της ορφανής ή της προσφυγούλας την ταΐζει φίδι τηγανισμένο για να την φαρμακώσει ή όταν ο γιoς εμπιστεύεται στη μάνα του την καλή του για να πάει ταξίδι εκείνη: Παίρνει και της κόβει τα μαλλιά και της φοράει ράσο και τη στέλνει να βοσκάει πρόβατα. Της παραγγέλνει “να τα χιλιάσει” και τότε να γυρίσει στο σπίτι. Εκείνη πράγματι  δημιουργεί το νέο κοπάδι και κατεβαίνει κοντά στον οικισμό, όπου τη βλέπει ο σύζυγός της, όταν γυρνάει από το ταξίδι και μαθαίνει τη συμπεριφορά της μητέρας του.      

       Η σημασία της μητέρας στη ζωή των παιδιών και ιδιαίτερα των κοριτσιών στην παραδοσιακή κοινωνία  είναι ιδιαίτερα εμφανής. όταν στη ζωή του παρεμβαίνει μετά το θάνατο της μάνας η μητρυιά που βασανίζει ή υποβλέπει τα “προγόνια” της και δημιουργεί προβλήματα στην οικογένεια.  Θυμίζω ότι η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα, η Μάρω (Cinderela) είναι κορίτσια που έμειναν χωρίς μητέρα και ζουν με την μητρυιά τους, η οποία μετέρχεται όλα τα μέσα για να τις σκοτώσει. Όμως σε όλες τις περιπτώσεις η ψυχή της πεθαμένης μάνας (Ρισπέν) σπεύδει να βοηθήσει την κόρη.  Σε άλλη περίπτωση οι δύο αδερφές τρώνε τη μάνα  και η μικρότερη δεν τρώει, παρά μαζεύει τα κοκκαλάκια και  τα φυλάει και όταν έρχεται η ώρα δέχεται τη βοήθειά της.

Η  γυναίκα στον κύκλο της ζωής: Η κόρη, η μάνα,  μοιρολογίστρα. Η εξύμνηση της γυναικείας ομορφιάς  μέσα  από τα τραγούδια και τα  παραμύθια, η περιγραφή των  χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν την ομορφιά της (μάτια, μαλλιά, χείλια, κορμο-στασιά, χρώμα δέρματος αλλά κυρίως των εσωτερικών χαρακτηριστικών ( σεμνή, εργατική σε αντίθεση με την ακαμάτρα, λιγομίλητη κ.ά.) αλλά και τα στοιχεία  που προσδιορίζουν την διαπαιδαγώγησή της προκειμένου  να συνειδητοποιήσει το φύλο της (ασχολίες,  παιχνίδια, συμμετοχή στα κοινά, ο ρόλος της στη λατρευτική διαδικα-σία, στον κύκλο της γονιμότητας και σεξουαλικότητας, ο ρόλος της στα διαβατήρια έθιμα, στη μαγεία,  η θέση της στην οικογένεια, τη συγγένεια, τη γειτονιά, την κοι-νότητα,  στην εργασία, στο δίκαιο (κληρονομικό, εμπράγματο, αλλά και το ενοχικό), η σχέση των γυναικών με τη φύση και τον κόσμο.

     Στον τομέα της εργασίας η κοινωνική ασυμμετρία και ο φυλετικός καταμερισμός είναι εμφανείς. Οι άνδρες δε συμμετέχουν στα έργα του σπιτιού και παρά την ίση συμμετοχή των γυναικών στις αγροτικές εργασίες, οι άνδρες αποφασίζουν για τη διάθεση του προϊόντος και μόνο αυτοί αμείβονται. Οι γυναίκες των ναυτικών ή των ξενιτεμένων της Ηπείρου, παρά την φαινομενική ελευθερία τους,  βρίσκονται υπό το συνεχή έλεγχο η μία της άλλης, κι όλες μαζί υπό τον έλεγχο των ηλικιωμένων γυ-ναικών της τοπικής κοινωνίας. Οι γυναίκες δεν καλλωπίζονταν, για ευνόητους λόγους, όταν έλειπαν οι άνδρες τους, ενώ αναλαμβάνουν όλες τις οικογενειακές υποχρεώσεις εξαιτίας της απουσίας των ανδρών, διαχειρίζονται την περιουσία, τη συγγένεια, τις ηθικές αξίες καθώς και όλα τα θρησκευτικά και λατρευτικά θέσμια. Περιορισμένες στο σπίτι πρέπει να εξασφαλίσουν την καλή φήμη της οικογένειας, τον έλεγχο των παιδιών και τη διαπαιδαγώγησή τους.

           Από τα πρώτα χρόνια της μετεπαναστατικής Ελλάδας παρατηρούνται έντονες αλλαγές στη γυναικεία συμπεριφορά. Η γυναίκα, κυρίως των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, συναντάται  συχνά σε δημόσιους χώρους, συνοδεύει το σύζυγο στις βρα-δινές εξόδους, βγαίνει μόνη της έξω από το σπίτι   Παράλληλα, είναι αναπόφευκτες κάποιες παρεκκλίσεις. Ήδη από την εποχή του Όθωνα, σε μια από τις πρώτες χορο-εσπερίδες των ανακτόρων, ο Κολοκοτρώνης παραπονιόταν στο βασιλιά: «Αν ήξερα πως, λευτερώνοντας την Ελλάδα από τους Τούρκους, θα λευτερώναμε κιόλας τις γυναίκες μας από την αρετή και τη σεμνότητα για να τις αγκαλιάζει ο καθένας, πίστεψέ με, Μεγαλειότατε, πως δε θα πολέμαγα εφτά χρόνια». Ωστόσο δεν πρόκειται για με τον άντρα.  Παραμένει στην υπηρεσία του νοικοκυριού, των παιδιών και του συζύγου, ο οποίος  είναι ο αποκλειστικά αρμόδιος για κάθε πολιτική και κοινωνική δραστη­ριότητα και  κύριος  μοχλός στη διαδικασία της παραγωγής,  Η συνειδητο-ποίηση και η προβολή του αιτήματος γιαουσιαστική ισότητα, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και δημόσια ζωή, η ηθική και κοινωνική απελευθέρωση της γυναίκας, μόλις τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. άρχισε να πραγματοποιείται. Το κίνημα αυτό μαζικοποιείται οριστικά τον 20ό αιώνα με τη γενικότερη ανάπτυξη όλων των προοδευτικών κινημάτων.  Ειδικότερα δύσκολος υπήρξε ο αγώνας για την κατάκτηση συγκεκριμένωνατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ξεκινώντας από το δικαίωμα στην εκπαίδευση, αφού η παι­δεία ήταν απρόσιτη σε αυτή. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι γυναίκες ήταν επίσης αποκλεισμένες από τη μι­σθωτή εργασία. Θεωρούνταν άεργες, - η οικιακή εργασία τους δεν αναγνωρίζονταν-, αμόρφωτεςκαι «οπισθοδρο-μικές», μέσα σε μια κοινωνία που άρχιζε να προ­βάλλει τις αντίθετες ακριβώς αξίες. Ακόμη και όταν η εργασία τους θεωρήθηκε απαραίτητη για την ανάπτυξη της οικονομίας, τα επαγγέλματα που κοινωνικά τους επιτρέπονταν ήταν τα λεγόμενα «γυναικεία επαγγέλματα», αυτά δηλαδή που αποτε­λούσαν την προέκταση του παραδοσιακού ρόλου των γυναικών μέσα στην οικογέ­νεια. Περιορισμένες οι γυναίκες σε εργασίες μονότονες και δίχως δυνατότητα επαγ­γελματικής εξέλιξης, αλλά ιδιαίτερα κοπιαστικές και ανθυγιεινές, αποθαρρύνονταν και αποκλείονταν από εκείνες που απαιτούσαν τε­χνική κατάρτιση, μόρφωση και υπευθυνότητα. Ήταν για χρόνια το εφεδρικό εργατικό δυναμικό, τα φτηνά εργατικά χέρια. Από το τέλος του 19ου αιώνα αρχίζει η γυναίκα, σ’ όλο τον κόσμο, να εισχωρεί στα «αντρικά» επαγγέλματα και στις επιστήμες. Όσον αφορά την Ελλάδα ως το 1917 η γυναίκα δεν μπορούσε να αναλάβει άλλο δημόσιο λειτούργημα εκτός της δασκάλας.

Η Καλλιρόη Παρέν, επιβλητική και πολυσχιδής προσωπικότητα, η πρώτη γυναίκα που εκπροσωπεί την Ελλάδα σε διεθνή συνέδρια γυναικών σε Παρίσι και Σικάγο, ίδρυσε την Ένωση των Ελληνίδων (1896) με χαρακτήρα εκπαιδευτικό, που αργότερα συμμετείχε στη δημιουργία του Εθνικού Συνδέσμου μέσω του οποίου προώθησε πρωτοποριακές για την εποχή εκείνη νομοθετικές πρωτοβουλίες. Με δικές της προσπάθειες  επετράπη η είσοδος των γυναικών στα Πανεπιστήμια και σε δημόσιες υπηρεσίες και ελήφθησαν  προστατευτικά μέτρα για τις εργαζόμενες γυναί-κες και τα ανήλικα παιδιά. Δημιούργησε το Κυριακό Σχολείο (1889) για εργάτριες και υπηρέτριες, το Άσυλο της Αγίας Αικατερίνης, το Άσυλο Ανιάτων (1892) και τον Πα-τριωτικό Σύνδεσμο (1898), το μετέπειτα ΠΙΚΠΑ. Το 1911, η 50χρονη πλέον Καλλιρόη Παρρέν, είχε ήδη διανύσει μια διαδρομή που επέτρεπε στον Γρηγόριο Ξε-νόπουλο να την αποκαλεί «αρχηγό και απόστολο του σεμνού ελληνικού φεμινισμού» σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο πανεπιστήμιο και ασχολούνταν μόνο με δευτερεύουσες εργασίες ή έμεναν στο σπίτι, ιδρύει το Λύκειο των Ελληνίδων, πάνω στα πρότυπα των ευρωπαϊκών Λυκείων Λεσχών (των Lyceum Clubs ).

Ο 20ός αιώνας ήταν γεμάτος αλλαγές και περιπέτειες. Από τότε μέχρι σήμερα η θέση της γυναίκας έχει αλλάξει δικαιώνοντας τις προσδοκίες της Καλλιρόης Παρέν. Οι φεμινίστριες οργάνωσαν τον α­γώνα τους για την απόκτηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. τον Μάιο του 1952 απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Με δεδομένο μάλιστα ότι σήμερα κανένα θέμα δεν μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς γυναικείο, αλλά αποτελεί κοινωνικό διακύβευμα, είναι ανάγκη να επιδιωχθεί η εφαρμογή πολιτικών, που θα συμφιλιώνουν την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή  των γυναικών, πετυχαίνοντας έτσι, αφ’ ενός την αύξηση της απασχόλησης των γυναικών και αφ’ ετέρου την απρόσκοπτη δημιουργία οικογένειας και παιδιών. Ειδικότερα, σε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, είναι σαφές πως έχει μεγαλύτερη σημασία σήμερα, η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και στις κοινωνικές υποδομές, ώστε οι ανθρώπινοι πόροι κάθε χώρας, οι γυναίκες και οι άνδρες, να μπορέσουν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες τους.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
6
=