Το Ελληνικό χωριό των ανθρακωρύχων στο Βέλγιο

Τελευταία ενημέρωση: 2017-02-28, 20:06:36
Το Ελληνικό χωριό των ανθρακωρύχων στο Βέλγιο

Οταν τους ακούς να περιγράφουν τη ζωή τους δεν μπορείς παρά να θυμηθείς τους στίχους από τα τραγούδια του Καζαντζίδη. «Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές, πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν και κλαίνε οι μάνες, αχ, μοναχές...».

Οι διηγήσεις τους συμπεριλαμβάνουν κομμάτια της σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας: τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο, τη φτώχεια, την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τη σκληρή δουλειά κάτω από τη γη, αλλά και ένα καινούργιο ξεκίνημα, μία νέα πατρίδα, έναν τόπο που πλέον είναι και δικός τους. Οι ανθρακωρύχοι του Βελγίου υπενθυμίζουν πόσο πρόσφατα είναι τα γεγονότα που «σημάδεψαν» τον Ελληνισμό, αλλά και πως έξω από τα σύνορα της χώρας οι ελληνικές κοινότητες γράφουν ακόμη τη δική τους ένδοξη ιστορία...

Περισσότεροι από 4.000 χιλιάδες Ελληνες ζουν σήμερα στο Λιμβούργο, τη φλαμανδική περιοχή του Βελγίου, όπου από τη δεκαετία του ’50 ξεκίνησαν να έρχονται κύματα ανθρακωρύχων από την Ελλάδα. Δεν ήταν μόνο εδώ που υπήρξε κύμα μεταναστών από τη φτωχή ελληνική επαρχία.

Από τη δεκαετία του ’50, τόσο στη Φλάνδρα (ολλανδόφωνο Βέλγιο) όσο και στη Βαλλωνία (γαλλόφωνο), οι στοές στα 1.000 μέτρα κάτω από τη γη, με τη μαύρη σκόνη και τον λιγοστό αέρα, «φιλοξένησαν» χιλιάδες Ελληνες εργάτες. Ηρθαν να προστεθούν στους πληθυσμούς των Ιταλών που δούλευαν ήδη στα «πόστα» και που, το 1953, το εργατικό ατύχημα στο ορυχείο Μαρσινέλ περιόρισε την παρουσία τους.

«Κύμα» μετανάστευσης
«Μετά το δυστύχημα, οι Ιταλοί δεν ήθελαν πια να έρχονται και οι Βέλγοι θέλησαν να επεκτείνουν τα συμβόλαια και σε άλλες εθνικότητες, ξεκινώντας από τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Τον Μάιο του 1955 γίνεται η πρώτη μαζική μεταφορά με 2.645 άτομα, ενώ την επόμενη χρονιά έρχονται ακόμη 2.342. Τον Ιούλιο του 1957, υπογράφεται η ελληνοβελγική συμφωνία, που αφορούσε αποκλειστικά την πρόσληψη ανθρακωρύχων. Εκείνη τη χρονιά, πηγαίνουν 7.801, κάνοντας το Βέλγιο την πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία μετανάστευσαν Ελληνες μεταπολεμικά», εξηγεί στο «Εθνος της Κυριακής» η Μαρία Δερμιτζάκη, συγγραφέας του ολλανδόφωνου βιβλίου «Ελληνες στο Λιμβούργο».

Το βιβλίο που συμπεριλαμβάνει αφηγήσεις και φωτογραφικό υλικό από ανθρακωρύχους, τους συγγενείς και τους απογόνους τους χρηματοδοτήθηκε από τον βελγικό οργανισμό «Erfgoedcel Mijn-Erfgoed» και την περιφέρεια του Λιμβούργου και συνοδεύτηκε από μία έκθεση που επισκέφτηκαν 4.000 άνθρωποι ?όχι μόνο Ελληνες, κυρίως Βέλγοι- και ένα ντοκιμαντέρ της Μ. Δερμιτζάκη με τίτλο Ελληνες στο Λιμβούργο. Ολο το υλικό της έρευνας βρίσκεται σήμερα αποθηκευμένο σε ειδικό αρχείο, ενώ το βιβλίο «φιγουράρει» σε όλες τις δημόσιες βιβλιοθήκες της Φλάνδρας. Το δε βιβλίο αποτελεί υπόδειγμα για παρόμοιες καταγραφές της πληθυσμιακής ιστορίας του Βελγίου.

Αρχικά, το βελγικό κράτος δεχόταν μόνο άνδρες ως εργάτες, όμως σύντομα έγινε αντιληπτό ότι τα χρήματα... επιστρέφουν στην Ελλάδα. «Το 1960 η πολιτική ευνόησε την επανασύνδεση των οικογενειών, ώστε να επενδύσουν εκεί τις οικονομίες τους», εξηγεί η Μ. Δερμιτζάκη. «Τότε ήρθαν και οι γυναίκες και τα παιδιά τους. Ενδεικτικά, το 1961 οι Ελληνες του Βελγίου είναι 9.797, αλλά οι γυναίκες αποτελούν το 4.797. Οι περισσότερες εργάστηκαν στη Φορντ, αλλά και στην κατασκευή κεραμικών στην Ολλανδία».

Το «Εθνος της Κυριακής» επισκέφθηκε την πόλη Γκενκ, τη μεγαλύτερη του Λιμβούργου, όπου σήμερα ζουν τουλάχιστον 3.500 άνθρωποι ελληνικής καταγωγής. «Αν και τα επτά ορυχεία της ευρύτερης περιοχής έχουν πλέον κλείσει, οι σιδερένιοι πύργοι ?πάντα σε ζευγάρι- που ξεχωρίζουν από την πόλη θυμίζουν ότι εκεί από κάτω υπήρχαν ορυχεία, τα οποία σήμερα έχουν μετατραπεί σε πολιτιστικά κέντρα, εμπορικά mall ή περιβαλλοντικά πάρκα για ντόπιους και τουρίστες», μας λένε η Καίτη Πανταζή και ο Ζος Χέρμανς, παιδιά ανθρακωρύχων που έχουν ιδρύσει έναν σύλλογο για τον Ελληνισμό στην κοντινή πόλη Μάας Μέχελεν του Λιμβούργου.

Σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
«Ηρθα από το Διδυμότειχο το 1963. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια τότε, όπως και τώρα, δεν υπήρχαν δουλειές στην Ελλάδα. Πήγα στην Αθήνα, από εκεί με το καράβι στην Ιταλία και τελικά με τρένο ώς τη Λιέγη. Εκεί ήταν το κέντρο διανομής που μας έστελνε στα διάφορα ανθρακωρυχεία. Εμένα με έστειλαν στο Βίντενσλακ», διηγείται στο «Εθνος της Κυριακής» ο Σταύρος Τσαφάκης. «Ημουν τρεις μήνες νιόπαντρος όταν έφυγα. Λίγους μήνες μετά, έφερα και τη σύζυγο εδώ. Οταν έβγαινα από τη στοά, δεν με αναγνώριζε. Μόνο τα μάτια μου ήταν άσπρα, όλος ο υπόλοιπος ήμουν μαύρος. Δούλευα στα 1.050 μέτρα βάθος. Κάθε μέρα λέγαμε: θα βγούμε άραγε στον ήλιο ξανά;».

Ολοι οι εργάτες έμεναν σε παράγκες, πρώην στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχικά Γερμανών στρατιωτών. Αργότερα, η εταιρεία έφτιαξε σπίτια, τα οποία νοίκιαζε στους εργάτες.

«Ο πατέρας μου ήταν αντάρτης στη Βουλγαρία. Διωγμοί και φόβος. Ερχονταν οι Μάηδες στο σπίτι, χτυπούσαν τη μάνα μου κι εγώ έκλαιγα. Μεγαλώνοντας, είχα δύο αδέρφια και έπρεπε να δουλέψω. Παρότι υπήρχε το θέμα με τα πολιτικά φρονήματα, κατάφερα να έρθω», μας λέει ο Θανάσης Κωστίδης, επίσης από τον Εβρο. «Αλλαξα πολλά ορυχεία, βαριά δουλειά. Αλλά έφερα τη μάνα και την αδερφή μου, αγόρασα σπίτι, παντρεύτηκα, έκανα δικά μου παιδιά. Συνολικά 25 χρόνια στις στοές. Κι ενώ ήμασταν πάντα αγαπημένοι, κατά τη διάρκεια της χούντας, στείλαν ρουφιάνους εδώ και μας διέλυσαν. Εγώ δεν πήγα για 7 χρόνια στην Ελλάδα. Κάποιοι πήγαν και τους πήραν το διαβατήριο και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν. Εγώ δεν πήγα καθόλου από φόβο», θυμάται ο Θ. Κωστίδης.

«Δεν υπήρχε ρατσισμός»
Εκτός από Ελληνες, Ιταλούς και Ισπανούς, λίγο αργότερα προστέθηκαν Μαροκινοί και Τούρκοι. «Δεν υπήρχε ρατσισμός μεταξύ μας. Ημασταν οικογένεια. Ετσι κι αλλιώς, στη στοά, όλοι μαύροι γινόμασταν», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Αντώνης Παπαδόπουλος από το Σοφικό Εβρου. Ηταν ναυτικός και ήρθε, όπως λέει, κατά λάθος στο Βέλγιο. Ερωτεύτηκε σφόδρα τη γυναίκα του και έμεινε. «Η βασική γλώσσα του ορυχείου ήταν τα ιταλικά. Θυμάμαι ήταν τόσο χαμηλή η στοά που δούλευα, που δεν χωρούσα να περάσω.Στα 1.040 μέτρα κάτω... Οταν βγαίναμε, πηγαίναμε στα καφενεία και πίναμε».

Ο Γιώργος Αθανασιάδης από την Ορεστιάδα έφτασε την ημέρα «που ο Παναθηναϊκός έπαιζε στο Γουέμπλεϊ. Σημαδιακή ημερομηνία». Ηταν κι αυτός ναυτικός, αλλά έγινε... ερωτικός μετανάστης στο Γκενκ, όταν ερωτεύτηκε την κόρη ανθρακωρύχου Ελευθερία Μπουφίλιου.

Η ζωή «εκεί κάτω»
«Αρχικά δούλευα στο ορυχείο και στη Φορντ, λίγο αργότερα επέλεξα το ανθρακωρυχείο, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Θυμάμαι την αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών, δεν υπάρχει σήμερα αυτό. Τον ελεύθερο χρόνο μου έπαιζα στην ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα, τη Δόξα, είμαι από τους ιδρυτές. Δεν μετάνιωσα, ζω με την οικογένειά μου και είμαι ευχαριστημένος», επιμένει.

«Την πρώτη φορά που κατεβαίνεις στη στοά έχεις άγχος, αγωνία και φόβο. Ο πατέρας μου ήταν επίσης ανθρακωρύχος και μου έλεγε να μην κάνω αυτή τη δουλειά. Αλλά συνολικά είχα 10 άτομα από την οικογένειά μου που δουλεύαμε σε ανθρακωρυχεία», λέει ο Μανώλης Καφφάτος με καταγωγή από την Κρήτη. «Εγώ τελείωσα την τεχνική σχολή των ορυχείων και ήξερα. Τρία χρόνια ήμουν σε στοές και 15 χρόνια επιστάτης. Ο μισθός ήταν καλός και, αν πρόσεχες, δεν υπήρχε θέμα. Εκεί κάτω, όταν βλέπαμε ποντίκια, σήμαινε ότι όλα πήγαιναν καλά...», συμπληρώνει.

Ο Σαράντος Φαραντάκης από τα Χανιά ήρθε αρχικά για να σπουδάσει, αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια. «Οποιος κατεβαίνει κάτω, αρχικά έχει ναυτία, νιώθεις την υγρασία, δεν νιώθεις καλά. Σιγά σιγά συνηθίζεις. Δεν ήταν μόνο στις στοές, και στην πόλη υπήρχε παντού σκόνη. Απλωνες την μπουγάδα και γινόταν μαύρη! Είχα διάφορα ατυχήματα, έσπασα το πόδι μου μέσα, αρρώστησα με δυναμίτη. Θυμάμαι ενός Ιταλού μια φορά τού κόπηκε το δάχτυλο. Το ’πιασα να μην πέσει κάτω και κουνιόταν ακόμα. Ακόμη το θυμάμαι. Αλλά όλα καλά», μας λέει. Από δίπλα του, ο γιος του Νεκτάριος που είχε την τύχη να μην ακολουθήσει το δύσκολο επάγγελμα του πατέρα του θυμάται τις σειρήνες από τις οποίες καταλάβαιναν ότι υπήρχε ακόμη ένα ατύχημα μέσα σε στοά...

Τον είχαν για νεκρό
«Θυμάμαι τον "αντεράκια" από το ορυχείο. Τον είχαν καταπλακώσει πέτρες και όλοι πίστεψαν ότι ήταν νεκρός, τον είχαν βάλει στο νεκροτομείο. Κατά λάθος, πήγε ένας γιατρός και τον άκουσε να αναπνέει. Του έφτιαξαν τα έντερα και έζησε. Γι’ αυτό τον λέγαμε έτσι», θυμάται ο Αντώνης Παπαδόπουλος.

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
9
=