Γρηγόρης Καρταπάνης: Πειρατείες και αρπαγές ιστιοφόρων

Τελευταία ενημέρωση: 2018-06-11, 19:56:57
Πρόσφατη φωτογραφία της περιοχής του Κατηγιώργη, όπου αποβιβάστηκαν οι ληστοπειρατές στα 1904
Γρηγόρης Καρταπάνης: Πειρατείες και αρπαγές ιστιοφόρων

Διαχρονική και αξιοσημείωτη η ναυτική δραστηριότητα, σε κάθε μορφή της, στην περιοχή της Μαγνησίας. Απόδειξη για τούτη τη διαπίστωση αποτελεί και η συχνή καταγραφή στον τοπικό Τύπο, διαφόρων θαλασσινών γεγονότων, από οδυνηρές τραγωδίες και άλλα σημαντικά συμβάντα, έως καθημερινές στιγμές και καταστάσεις, ναυτιλιακού, πάντοτε, περιεχομένου. Ένα ευρύτατο σύνολο από ναυάγια, φουρτούνες, ατυχήματα, όπως και από άλλα διάφορα θέματα: ακτοπλοϊκά, αλιευτικά, λιμενικά, ναυπηγικά ή ακόμη ανώδυνες και ευτράπελες ενίοτε ειδήσεις, που επισημαίνονται στις εφημερίδες, σε οποιαδήποτε περίοδο, ερμηνεύεται ως απότοκο της διαρκούς και αδιατάρακτης επαφής του τόπου μας και των ανθρώπων του με το υγρό στοιχείο.

Πέρα όμως από τα συνήθη θαλασσινά γεγονότα, συναντούμε και ορισμένα πιο ξεχωριστά που οπωσδήποτε παρουσιάζουν ανάλογο ενδιαφέρον και αξίζει να μνημονευθούν. Όπως ετούτα που θα παρουσιάσουμε πιο κάτω και αφορούν: το πρώτο μια υπόθεση πειρατείας σε ιστιοφόρο με υποχρεωτικό πλου και καταλήστευση του πληρώματος και το δεύτερο απόπειρα αρπαγής σκάφους με σκοπό την μεταφορά προϊόντων λαθρεμπορίου. Και τα δύο περιστατικά εντοπίζονται στην α’ δεκαετία του 20ου αιώνα (1904 και 1907 αντίστοιχα), μέσα από τις σελίδες των τοπικών εφημερίδων Τύπος, Θεσσαλία και Πανθεσσαλική του αρχείου της βιβλιοθήκης των Τριών Ιεραρχών.

Πειρατεία ιστιοφόρου στα 1904

Το πρωτοφανές συμβάν της πειρατείας σε ιστιοφόρο, το οποίο κατέλαβαν ένοπλοι στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής και υποχρέωσαν το πλήρωμα να τους μεταφέρουν σε ακτή του Πηλίου, το πληροφορούμαστε στην εφ. «Τύπος» στις 23/10/1904. Το σχετικό δημοσίευμα φέρει τίτλο: «Απόβασις αγνώστων. Πιθανώς λησταί. Τα μέτρα των αρχών» και στη συνέχεια δίνεται λεπτομερής περιγραφή των γεγονότων. Σύμφωνα λοιπόν με την είδηση, το τετραμελές πλήρωμα ενός ιστιοφόρου παρουσιάστηκε εμφανώς ταλαιπωρημένο στον αστυνομικό σταθμάρχη της Αργαλαστής και κατάγγειλε ότι δύο μέρες νωρίτερα κι ενώ το σκάφος βρισκόταν  φουνταρισμένο στον όρμο Φούρκας Βρύση της Χαλκιδικής, εφτά οπλισμένοι άγνωστοι τους εξανάγκασαν με τη βία να αποπλεύσουν- αν και απουσίαζε ο καπετάνιος- και να τους μεταφέρουν απέναντι προς το νοτιοανατολικό Πήλιο. Στη διαδρομή μάλιστα οι πειρατές καταλήστεψαν και τους ίδιους τους ναύτες, απειλώντας τους ότι θα τους σκοτώσουν και ουσιαστικά ανέλαβαν οι ίδιοι τη διακυβέρνηση του ιστιοφόρου καθώς φαίνεται πως διέθεταν ναυτικές γνώσεις. Προσέγγισαν τελικά «εις τον απέναντι ακριβώς της Σκιάθου απόκρυφον λιμένα της Αργαλαστής, Άγιον Γεώργιον, ένθα και απεβιβάσθησαν περί την μεσημβρίαν της χθές». Προφανώς προσορμίστηκαν στον Κατηγιώργη, μιας και σε ολόκληρο το νοτιοανατολικό Πήλιο δεν απαντάται άλλη τοποθεσία με την ονομασία Άγιος Γεώργιος, περιοχή εντελώς έρημη τότε απ’ όπου θα μπορούσαν να διαφύγουν κρυπτόμενοι. Μόλις βέβαια απομακρύνθηκαν οι πειρατές, οι ταλαιπωρημένοι ναύτες του ιστιοφόρου τράβηξαν προς την Αργαλαστή- κάμποσες ώρες ποδαρόδρομο- για να καταγγείλουν το γεγονός. Εκεί η τοπική αστυνομική αρχή κινήθηκε άμεσα, ειδοποίησε και τους σταθμούς άλλων πηλιορείτικων χωριών, όπως βέβαια και τη χωροφυλακή Βόλου, ως ανώτερη διοίκηση που θα έδινε οδηγίες και θα αναλάμβανε το συντονισμό της κινητοποίησης για τη σύλληψη των ληστοπειρατών, με αποστολή διωκτικών αποσπασμάτων. Την επόμενη (24-10-1904) στην ίδια εφημερίδα, σε μικρό μονόστηλο αναφέρεται η γενική κινητοποίηση της αστυνομίας, όπου ο ίδιος ο μοίραρχος Βόλου επικεφαλής δεκαπενταμελούς αποσπάσματος μετέβη στην περιοχή για καταδίωξη. Εκφράζεται ακόμη η βεβαιότητα για την γρήγορη σύλληψη των κακοποιών. Το γεγονός απασχολεί την τοπική ειδησεογραφία ως κάτι σοβαρό και ασυνήθιστο μιας και ενέχεται ο κίνδυνος δράσης ληστοσυμμορίας στην περιοχή του Πηλίου. Αν και εκείνη η εποχή, σε αντίθεση με άλλες, δεν χαρακτηρίζεται από έξαρση της ληστείας. Οι μέρες περνούσαν δίχως να υπάρξει κάποια θετική εξέλιξη και στις 28/10, περίπου μια βδομάδα αφότου συνέβη η πειρατεία, η εφημερίδα «Τύπος» επανέρχεται στο ίδιο ζήτημα. Παρά τη γενική κινητοποίηση των αστυνομικών αρχών και το χτένισμα της περιοχής του νοτίου κυρίως Πηλίου, τίποτε δεν κατορθώθηκε, αλλά ούτε και οι ληστοπειρατές είχαν εμφανιστεί κάπου, παραμένοντας βέβαια μια σοβαρή απειλή για την ασφάλεια των ντόπιων και ίσως προέβαιναν και σε «αιχμαλωσίας πλουσίων». Διατυπώθηκε όμως και μια άλλη εκδοχή για τη μη εμφάνιση των ληστών: «Ως εκ τούτου παρά τοις εν τη Μοιραρχία ήρχισε να σχηματίζεται η γνώμη ότι οι άγνωστοι οι ελθόντες εκ Χαλκιδικής εις το Πήλιον, κατάγονταν εκ χωρίων του Πηλίου και ότι αφιχθέντες ενταύθα διέλυσαν την συμμορίαν των, μεταβαίνοντες έκαστος εις το χωρίον του. Και δια τούτο και οι αστυνόμοι ήρχισαν να στρέφωσι την προσοχήν των προς τα εν τη περιφερεία των κακοποιά στοιχεία». (28/10/1904). Στο ίδιο διάστημα συνελήφθη και ένας ύποπτος από της Μηλιές, ο οποίος όμως αφέθηκε ελεύθερος από την αστυνομία, μετά την ανάκριση που έγινε. Άγνωστο για ποιο λόγο διατάχθηκε η επανασύλληψη του- «φαίνεται ότι λάθος τι θα συνέβη», σημειώνεται στη συνέχεια του παραπάνω δημοσιεύματος- κι ενώ επέστρεφε χαρούμενος στο χωριό του τον ξανάπιασαν αστυνομικοί στα Λεχώνια που ήδη είχαν ειδοποιηθεί από τον Βόλο. Πάντως ο εν λόγω ύποπτος τελικά αφέθηκε ελεύθερος αφού δεν γίνεται λόγος για καταδίκη του,όταν τελικά απονεμήθηκε δικαιοσύνη έστω και κατά το… εν έβδομον.

 ***

Το γεγονός ξεθωριάζει και για δύο περίπου μήνες δεν απασχολεί την τοπική ειδησεογραφία, έως ότου επανέλθει στην επικαιρότητα με την ανακάλυψη ενός από τους εφτά πειρατές. Ο δράστης είχε συλληφθεί περίπου δύο εβδομάδες νωρίτερα, αφότου δημοσιεύεται το συμβάν της σύλληψης,αλλά υπήρχαν επιφυλάξεις- λόγω και της προηγούμενης αστοχίας- ίσαμε να επιβεβαιωθεί η ενοχή του. Κι όταν δεν απέμεινε καμιά αμφιβολία γνωστοποιήθηκαν οι εξελίξεις. Διαβάζουμε στην εφ. «Η Θεσσαλία» στις 6/1/1905: «Παλαιά ιστορία –οι εκ Κασσάνδρας επτά άγνωστοι– Σύλληψις ενός τούτων’’. Και αναφέρει σχετικά το ρεπορτάζ: «Παρήλθον δύο περίπου μήνες αφότου απεβιβάσθησαν εις την παραλίαν της Αργαλαστής επτά άγνωστοι, γενόμενοι ευθύς μετά την αποβίβασιν των, άφαντοι. Αι αρχαί κατέβαλλον τότε μεγάλας προσπαθείας όπως κατορθώσώσι και ανακαλύψωσι τινά εξ αυτών αλλ’ εις μάτην. Είχε σχεδόν λησμονηθή η υπόθεσις αυτή, ότε την ημέραν των Χριστουγέννων συνελήφθη ενταύθα προ του ναού της Μεταμορφώσεως ο Γ. Καραγιάννης εξ Αγίου Γεωργίου, εις εκ των επτά εκείνων. Απεφύγαμεν τότε ν’ αναγράψωμεν τι περί της συλλήψεώς του αναμένοντας το πέρας των ανακρίσεων. Ήδη ο κ. ανακριτής επεραίωσε την ανάκρισίν του εκ της οποίας απεδείχθη ότι ο συλληφθείς ήτο μέλος της επταμελούς συμμορίας, ήτις εξανάγκασε τότε το πλήρωμα του Κασσανδρινού ιστιοφόρου να τους μεταφέρει ενταύθα και ελήστευσε μάλιστα καθ’ οδόν τους ναύτας. Δια τούτο ο κ. ανακριτής διέταξε την προφυλάκισίν του. Αίαρχαίενεργούσι προς την αποκάλυψιν και των λοιπών μελών της συμμορίας».

Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια η επιτυχία των διωκτικών αρχών περιορίστηκε μόνο σ’ αυτόν τον συλληφθέντα, δίχως να εντοπιστεί κανένας άλλος από τους συνεργούς του. Προφανώς δεν ομολόγησε, είτε γιατί δεν γνώριζε τη διαφυγή των υπολοίπων, είτε επειδή φρόντισε να κρατήσει το στόμα του κλειστό από φόβο ή για την κάλυψη των ληστοσυντρόφων του. Πάλι στην εφ. «Τύπος» διαβάζουμε σε δημοσίευμα με τίτλο «Το τέλος μιας πειρατείας», μεταξύ των άλλων, για την καταδίκη του μοναδικού συλληφθέντα: «Ως εις εκ των πειρατών είχε συλληφθή τότε κατά τας υποδείξεις του ληστευθέντος πληρώματος, ο Γ. Καραγιάννης, όστις καταδικασθείς χθες εν Λαρίση κατεδικάσθη εις πέντε ετών φυλάκισιν». (11/11/05)

Δεν γνωρίζουμε αν κατά τους επόμενους μήνες υπήρξαν άλλες εξελίξεις στο ζήτημα, καθώς δεν επισημάνθηκε κάτι σχετικό στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της περιόδου. Άλλωστε τα σώματα των εφημερίδων, στο πολύτιμο αρχείο της βιβλιοθήκης των Τριών Ιεραρχών- απ’ όπου αντλούμε και τις πληροφορίες μας- παρουσιάζουν στα 1904-1905 συχνά κενά με την απουσία πολλών φύλλων.

Η διαπίστωση πάντως παραμένει η ίδια ότι επρόκειτο για ένα αξιοπρόσεχτο και μάλλον ασύνηθες, σοβαρό γεγονός που απασχόλησε την τοπική κοινωνία, αλλά και την ειδησεογραφία εκείνης της εποχής.

Αρπαγή ιστιοφόρου

Οι παράνομες θαλάσσιες μεταφορές προϊόντων λαθρεμπορίου παρουσιάζονται συχνές κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, όπως άλλωστε έχουμε επισημάνει σε σχετικά παλιότερα άρθρα μας. Τα «πειρατικά», όπως αποκαλούνταν, πλεούμενα, ταξίδευαν συνήθως την νύχτα και προσέγγιζαν δυσπρόσιτους και απόμερους όρμους για να μην γίνονται βέβαια αντιληπτά από τις διωκτικές αρχές που επιδίδονταν σε ένα ανελέητο κυνηγητό τους, παρά τα ελλιπή μέσα που διέθεταν, στην προσπάθεια καταπολέμησης και πάταξης του λαθρεμπορίου.

Φαινόμενα τέτοιας παραβατικής συμπεριφοράς, όπως το παρακάτω εκδηλώνονταν συχνά αφού η ελλιπής αστυνόμευση ευνοούσε τέτοιες πρακτικές. Η αρπαγή πλεούμενου, εννοείται εν’ αγνοία του ιδιοκτήτη του, για την εξυπηρέτηση παράνομων δραστηριοτήτων αποτελούσε οπωσδήποτε σοβαρό γεγονός που απασχολούσε την τοπική ειδησεογραφία. Εντοπίζουμε κάποια τέτοια περιστατικά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όπου πραγματικά εκπλήσσει το θράσος των δραστών με την απαγωγή του σκάφους. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση που αναφέρουμε στη συνέχεια οι επίδοξοι άρπαγες πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω, όταν προσπαθούσαν να σαλπάρουν και παραπέμφθηκαν αρμοδίος. Στη πράξη αυτή προέβησαν για την εξυπηρέτηση άλλης παράνομης δραστηριότητάς τους:

Απόπειρα κλοπής πλοίου

«Την παρελθούσαν νύκτα, ο Ευάγγελος Πατσούρης μεθ’ ενός άλλου του οποίου το όνομα δεν εμάθαμεν, εισελθόντες κρυφίως εις την εντός του λιμένος μας ηγκυροβολημένην βρατσέραν του Μιχ. Ζακυνθιανού, οσάν καλοί νοικοκυραίοι, έκαμον πανιά και ητοιμάζοντο να αποπλεύσουν. Την στιγμήν όμως ταύτην ο ιδιοκτήτης του πλοίου, αντιληφθείς αυτούς έσπευσε μετ’ άλλων και αφού τους συνέλαβον τους παρέδωσαν εις την αστυνομίαν. Εκ των ενεργηθεισών ανακρίσεων προέκυψεν ότι ούτοι είχον σκοπόν να μεταβώσιν εις την αντίπερα ακτήν της Φθιώτιδος και ακριβώς εις την θέσιν Νηές, οπότε θα εφόρτωνον κρυφίως ξυλείαν υλοτομηθείσαν εκ του προ μηνός καέντος δάσους της μονής Ξενιάς. Σήμερον αποστέλλονται εις την εισαγγελικήν αρχήν δια τα περαιτέρω» (Πανθεσσαλική 17/7/1907).

Να σημειωθεί ότι και εκείνη την εποχή, τόσο στο Πήλιο, όσο και στην Όθρυ, παρουσιάζονταν διαρκώς φαινόμενα λαθροϋλοτομίας, με συχνά επεισόδια και συλλήψεις των παραβατών.

Όπως βλέπουμε οι θαλασσινές ληστρικές και λαθρεμπορικές ιστορίες παρουσιάζουν πάντοτε ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του περιπετειώδους περιεχομένου τους.

ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
2
+
7
=