Γρηγόρης Καρταπάνης: Ναυάγια στη δεκαετία του ΄70

Τελευταία ενημέρωση: 2018-05-21, 19:22:40
Ναυάγιο μικρής βάρκας σε ακτή του Παγασητικού πριν από μερικές δεκαετίες
Γρηγόρης Καρταπάνης: Ναυάγια στη δεκαετία του ΄70

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση των ναυαγίων στην περιοχή της Μαγνησίας κατά τη δεκαετία 1970 - 1980, παρατηρούμε, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, μια μείωσή τους, τόσο ως προς τον αριθμό των περιστατικών, όσο και ως προς το θετικό γεγονός ότι λείπουν εντελώς τα θύματα. Πρόκειται δηλαδή για ναυτικά ατυχήματα που «περιορίζονται» στην ολική απώλεια τους σκάφους -στις χειρότερες περιπτώσεις- ενώ οι επιβαίνοντες πάντοτε διασώθηκαν. Με μπούσουλα το έργο «Τα ναυάγια στις ελληνικές θάλασσες» του ναυάρχου λιμενικού ε.α. Χρήστου Ντούνη, επισημαίνουμε 5-6 συμβάντα, κάποια από τα οποία πέρασαν και στην ειδησεογραφία των τοπικών εφημερίδων, από το 1973 ως το 1978. Οι σχετικές αναφορές στον τύπο ως ενδιαφέροντα τοπικά ρεπορτάζ μας δίνουν αρκετές λεπτομέρειες, πέρα από εκείνες στα «Ναυάγια…» όπου καταδεικνύεται σοβαρότητά τους ως θαλασσινά ατυχήματα που πιθανότατα να στοίχιζαν ανθρώπινες ζωές. Τα ναυάγια που θα μνημονεύσουμε πιο κάτω έγιναν στον Παγασητικό, στις ανατ. ακτές του Πηλίου και στις Β. Σποράδες και προέκυψαν από διάφορες αιτίες (κακοκαιρία, εισροή υδάτων, πυρκαγιά), ενώ συνέβησαν κατά τους καλοκαιρινούς ή πρώτους φθινοπωρινούς μήνες. Ελλείπουν τα χειμωνιάτικα περιστατικά όπου συνήθως παρουσιάζονταιπερισσότερα λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών.

***

Σοβαρή αιτία ναυαγίων αποτελεί η πυρκαγιά που για κάποιο λόγο ξεσπά σε πλεούμενο και δεν είναι δυνατή η κατάσβεσή της. Έχουμε μνημονεύσει τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπως του π/κ Αγ. Αθανάσιος στ’ ανοικτά του Παγασητικού στις 27/8/1933, όπου υπήρξε και θύμα, ή του π/κ Καλλιόπη στο λιμάνι του Βόλου στις 12/3/1963, δίχως να λείπουν άλλα παρόμοια συμβάντα. Από εκδήλωση πυρκαγιάς καταστράφηκε ολοσχερώς και το σπογγαλιευτικό σκάφος Αγ. Ιωάννης, νηολογίου Καλύμνου 38, στο λιμάνι της Σκοπέλου το απόγευμα της 8ης Αυγούστου 1973. Όπως σημειώνεται στα «Ναυάγια…» (β’ τόμος, σελ. 50) το καΐκι κατέπλευσε για παράδοση αλιευμένων σφουγγαριών και ανεφοδιασμό. Το πλήρωμα βγήκε στη στεριά για διάφορες δουλειές χωρίς να παραμείνει κάποιος στο σκάφος και ύστερα από λίγη ώρα ξέσπασε φωτιά από άγνωστο λόγο. Παρά τις προσπάθειες των ντόπιων που έτρεξαν να συνδράμουν και το πλήρωμα που επέστρεψε άμεσα, η φωτιά δεν τέθηκε υπό έλεγχο και απειλήθηκε να μεταδοθεί και σε διπλανά σκάφη. Ας δούμε τι αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα της εφ. Ταχυδρόμος στις 9/8/1973:

«Όταν εξερράγη πυρκαϊά εις σπογγαλιευτικόν. Κίνδυνον να καταστούν παρανάλωμα διέτρεξαν πολλά σκάφη εις Σκόπελον. Τελικά το φλεγόμενον σκάφος μεθωρμίσθη εκτός λιμένος.

Παρανάλωμα του πυρός κατέστη χθες την 6ηναπογευματινήν εις τον λιμένα της Σκοπέλου, σπογγαλιευτικόν με αποτέλεσμα να προκληθή κίνδυνος να μεταδοθή το πυρ εις τα ελλιμενισμένα εις την Σκόπελον, σκάφη (επιβατικά, πετρελαιοκίνητα, αλιευτικά, κότερα κλπ) Το σπογγαλιευτικόν εις το οποίον εξερράγη το πυρ, ήτο το Άγιος Ιωάννης νηολογίου Καλύμνου, ολικής χωρητικότητας 16 κόρων. Το μικρόν σκάφος κατεστράφη σχεδόν ολοσχερώς, όπως και το εκ σπόγγων φορτίο του. Όπως προκύπτει από τας διενεργουμένας, υπό την εποπτείαν του λιμεναρχείου Βόλου, ανακρίσεις, το πυρ εξεδηλώθη εις το μηχανοστάσιον του σπογγαλιευτικού και προφανώς από ηλεκτρικόν σπινθήρα. Αι καταβληθείσαι προσπάθειαι προς κατάσβεσιν του πυρός απέβησαν άκαρποι. Αλλ’ ούτε και κατέστη δυνατόν να εντοπισθή το πυρ, το οποίον συνεχώς επεξετείνετο και υπήρχε κίνδυνος να φθάση ως το σημείον του καταστρώματος εις το οποίον υπήρχον δέκα βαρέλια πλήρη πετρελαίου. Ο κίνδυνος ήτο προφανής εάν το πυρ έφθανεν εις τα βαρέλια. Θα εσημειούτο έκρηξις και το σκάφος θα μεταβάλετο κυριολεκτικά εις μπουρλότον, οπότε η φωτιά οπωσδήποτε θα μεταδίδετο εις τα παραπλεύρως ελλιμενισμένα σκάφη με συνέπειαν να προκληθούν ανυπολόγισται ζημίαι. Ευθύς ως εξερράγη η πυρκαϊά το λιμενοσταθμαρχείον της Σκοπέλου, ειδοποίησε με το ραδιοτηλέφωνον το Λιμεναρχείον Βόλου. Η επαφή ήτο συνεχής και εν τέλει προ του κινδύνου επεκτάσεως του πυρός και εις άλλα σκάφη, υπό του λιμενάρχου κ. Στυλ. Λαϊνη, εδόθη εντολή εις τον λιμενοσταθμάρχην να μεθορμισθή το σκάφος εις έξωθι του λιμένος ακτήν. Πράγματι, μετά από καταβληθείσα προσπάθειαν μεθωρμίσθη το Άγιος Ιωάννης φλεγόμενον εις την ερημικήνακτήν Σπιτάλια όπου και προσήραξεν κατεστραμμένον. Κυβερνήτης και ιδιοκτήτης του σκάφους είναι ο Αντ. Πηζάνιας. Το πενταμελές πλήρωμα ουδέν έπαθεν».

Στα «Ναυάγια…» σημειώνεται επίσης πως το σφουγγαράδικο καταστράφηκε καιόμενο με συνεχείς εκρήξεις, ενώ διασώθηκε μόνο μικρό μέρος του φορτίου σφουγγαριών που μετέφερε.

***

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση του εμπορικού πετρελαιοκίνητου Αθηνά που βούλιαξε στον Παγασητικό στη 1/7/1975, κοντά στα Μικρά Τρίκερι κατά το ταξίδι του από το Βόλο στη Σκόπελο. Παρουσιάστηκε εισροή υδάτων στ’ ανοιχτά του Παγασητικού και παρά τις συνεχείς προσπάθειες απάντλησης, δεν περιορίζονταν, για ν’ ακολουθήσουν τα χειρότερα εξαιτίας του είδους του φορτίου που μετέφερε. Ας παρακολουθήσουμε κι εδώ το σχετικό ρεπορτάζ της εφ. Ταχυδρόμος:

«Μεταξύ Αμαλιαπόλεως και Τρικκέρων. Φλεγόμενο εβυθίσθη μικρό φορτηγό σκάφος. Το τριμελές πλήρωμά του διεσώθη.

Φλεγόμενο εβυθίσθη χθες το πρωί στον Παγασητικό κόλπο μεταξύ Αμαλιαπόλεως και Τρικκέρων το φορτηγό σκάφος Αθηνά νηολογίου Καβάλας 93, ολικής χωρητικότητας 40 περίπου κόρων και καθαράς 18 κόρων. Το τριμελές πλήρωμά του διεσώθη. Το πετρελαιοκίνητο, ιδιοκτησίας Σταύρου Σκιαθίτη 35 ετών κατοίκου Σκοπέλου, ο οποίος ήταν και ο κυβερνήτης του σκάφους, είχε φορτώσει προχθές στο Βόλο διάφορα εμπορεύματα (τσιμέντα, μαρμαρόσκονη, ασβέστη, πετρέλαιο, φρούτα κλπ) και είχε αποπλεύσει στις 9 το βράδυ κατευθυνόμενο για τη Σκόπελο.Σύμφωνα με την αφήγηση του κυβερνήτου, ο οποίος είναι διπλωματούχος καπετάνιος, γύρω στις 11 το βράδυ, ενώ το σκάφος βρίσκονταν στο ενδιάμεσο μεταξύ Αμαλιαπόλεως και νησίδων των Τρικκέρων άρχισαν να εισρέουν νερά στο μηχανοστάσιο με αποτέλεσμα να σβύση η μηχανή. Το τριμελές πλήρωμα, ο κυβερνήτης και οι ναύτες Γ. Ανδρέου και Π. Προβιάς, επίσης κάτοικοι Σκοπέλου, έθεσαν τότε σε κίνηση τις αντλίες, αλλ’ η εισροή συνεχίζονταν.

Μάλιστα το νερό που εισέρεε ήταν περισσότερο από εκείνο που έβγαζαν οι αντλίες. Και επειδή ήταν αδύνατο να θέσουν ξανά σε κίνηση τη μηχανή, σήκωσαν τα πανιά. Αλλ’ ο καιρός ήταν νοτιοδυτικός και το σκάφος αντί να πλησιάσει σε ακτή απομακρύνονταν, χωρίς πάντως να μετακινηθεί πολύ από το αρχικό σημείο. Επί δύο ώρες το πλήρωμα είχε αποδοθεί σε μια εξαντλητική προσπάθεια αντλήσεως του νερού που εισέρεε, για να κρατηθεί όσο το δυνατόν περισσότερον στην επιφάνεια το σκάφος. Τότε όμως εξερράγη πυρκαϊά. Η φωτιά προήλθε μάλλον από την «άσβεστη» ασβέστη που διεβράχη από τα νερά που εισέρεαν και ανεφλέγη. (Μεταξύ του φορτίου ήταν και δύο τόνοι ασβέστη σε σάκους). Γρήγορα η φωτιά προσέλαβε διαστάσεις. Και τούτο γιατί στο κατάστρωμα υπήρχον και ορισμένα βαρέλια με πετρέλαιο. Έτσι αφού οι τρεις άνδρες του πληρώματος δεν μπορούσαν να θέσουν υπό έλεγχο τη φωτιά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν καιόμενο το σκάφος. Επιβιβάσθησαν σε μια βάρκα και απομακρύνθησαν για να σωθούν. Το φλεγόμενο καΐκι αντελήφθησαν τα μέλη του πληρώματος σκάφους της Εταιρίας Τσιμέντων, το οποίο και έσπευσε, όπως και ένα άλλο καΐκι για την παροχή βοήθειας. Ήταν όμως αδύνατη η προσέγγιση στο Αθηνά. Έτσι έβλεπαν το σκάφος να καίγεται, όχι όμως και κόσμο να κινήται επάνω στο πετρελαιοκίνητο. Κατόπιν τούτου ειδοποίησαν το λιμεναρχείο βόλου, πλωτό σκάφος του οποίου απέπλευσε αμέσως. Όταν κατέφθασε το πετρελαιοκίνητο καίγονταν ακόμη και τελικά εβυθίσθηστις 5:45 το πρωί. Στο μεταξύ είχαν αρχίσει οι αναζητήσεις για την ανεύρεση των μελών του πληρώματος. Και λόγω της κατευθύνσεως του ανέμου ανεζητήθηκαν στα Τρικκερονήσια όπου πράγματι είχαν καταφύγει οι τρεις του Αθηνά οι οποίοι και περισυνελέγησαν και μετεφέρθησαν στο Βόλο. Ανακρίσεις διενεργεί ο λιμενάρχης κ. Πέτρος Ρετζεπέρης. Κυρίως από τις ανακρίσεις καταβάλλεται προσπάθεια να διαπιστωθεί πως μεσοπέλαγα παρουσίασε ρήγμα το σκάφος και άρχισαν να εισρέουν τα νερά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σκάφος δεν ήταν ασφαλισμένο. Κατά την δήλωση του πλοιοκτήτου του το πετρελαιοκίνητο ήταν αξίας 300.000 δρχ και το εμπόρευμα 250.000 δρχ». (3/7/1975).

***

Από τη δεκ. του ’70 ξεκίνησε μια προσπάθεια δημιουργίας λιμενίσκων ή αλιευτικών καταφύγιων σ’ όλο το μήκος των αλίμενων ακτών του ανατολικού Πηλίου προκειμένου να βρίσκουν απάγκιο τα σκάφη της περιοχής ή άλλα διερχόμενα πλεούμενα σε περίπτωση κακοκαιρίας. Έτσι κατασκευάστηκαν τα λιμανάκια στο Χορευτό, στον Άη Γιάννη, στην Αγριελιά Κεραμιδίου, ο βραχίονας στον φυσικό ορμό της Νταμούχαρης, όπως και βορειότερα το λιμάνι του Αγιόκαμπου, ή νότια οι υποδομές στον Πλατανιά. Όμως η κατασκευή των συγκεκριμένων λιμενικών έργων παρουσίαζε τεράστιες δυσκολίες, πολλές φορές με δυσάρεστα αποτελέσματα, καθώς τα πλωτά μέσα (ρυμουλκά, γερανοί, φαγάνες, μαούνες κα.) ήταν διαρκώς εκτεθειμένα στις διαθέσεις του καιρού. Κατά τη δημιουργία του αλιευτικού καταφυγίου στη θέση Αγριελιά του Κεραμιδίου, κοντά στο Καμάρι –έργο σωτήριο για τα ντόπια αλιευτικά σκάφη ή τα γρι-γρι που ψαρεύουν σ’ εκείνα τα μέρη– συνέβη ένα σημαντικό ατύχημα, όπου λόγω της δυνατής φουρτούνας στις 15 Σεπτεμβρίου 1978, εξόκειλαν στη βραχώδη ακτή και υπέστησαν σοβαρές ζημιές ο πλωτός γερανός και το ρυμουλκό της εργολήπτριας εταιρίας. Διαβάζουμε στην εφ. Ταχυδρόμος:

«Μισοβυθίστηκαν στο Κεραμίδι.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής προς το Σάββατο παρασύρθηκαν, εξαιτίας της σφοδρής θαλασσοταραχής που μαίνονταν στο Αιγαίο, από τα αγκυροβολιά τους στον λιμενίσκο – καταφύγιο αλιευτικών του Κεραμιδίου, το ρυμουλκό Νέστος Ι, νηολογίου Πειραιώς 2168 και ο πλωτός γερανός Μαίρη ΣΚ 311, νηολογίου Πειραιώς 2041, προσέκρουσαν στα βράχια της ακτής και μισοβυθίστηκαν. Ο κυβερνήτης του ρυμουλκού Θεοδ. Βουδαντάς και τα άλλα δύο μέλη του πληρώματος και ο κυβερνήτης του γερανού Απ. Μπαντάκος και τα άλλα τρία μέλη του πληρώματος δεν έπαθαν τίποτε. Ανακρίσεις διενεργεί το Κεντρικό Λιμεναρχείο Βόλου» (19/9/1978).

Το γεγονός περιλαμβάνεται στα «Ναυάγια στις ελληνικές θάλασσες» (τ. Β. σελ. 334) με αρκετές λεπτομέρειες. Η κακοκαιρία διήρκεσε από τις 13 έως τις 15 του μήνα και πρώτα έσπασαν οι κάβοι του ρυμουλκού που προσπάθησε να αποπλεύσει, αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο λόγω των κυμάτων και των αγκυροβολίων του γερανού, που εμπόδιζαν την έξοδο, με αποτέλεσμα να εξοκείλει στην ακτή. Αργότερα κόπηκαν και τα ρεμέτζα του γερανού για να παρασυρθεί κι αυτός στην ακτή και να μισοβυθιστεί μαζί με το ρυμουλκό.

***

Στα «Ναυάγια στις ελληνικές θάλασσες» περιλαμβάνονται ακόμη οι περιπτώσεις του μότορσιπ Καλή Τύχη που βούλιαξε στην Αγ. Κυριακή στις 24/7/1975 και της μηχανότρατας Κωνσταντίνος και Ελένη στη Σκόπελο στις 19/10/1975, που όμως φαίνεται πως δεν πέρασαν στις στήλες των τοπικών εφημερίδων. Πιθανόν να υπάρχουν διαφορές στις αναφερόμενες ημερομηνίες από αβλεψία και μια ευρύτερη διερεύνηση, ίσως αποφέρει το ζητούμενο αποτέλεσμα, χωρίς ν’ αποκλείεται βέβαια και ο εντοπισμός άλλων ναυαγίων. Διαφορετικά αρκούμαστε στα στοιχεία από τα «Ναυάγια…» όπως συμβαίνει και με άλλα περιστατικά που για κάποιο λόγο δεν απασχόλησαν τον τύπο.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
4
=