Γρηγόρης Καρταπάνης: Ο πράσινος φανος στον κυματοθραύστη (μέρος α)

Τελευταία ενημέρωση: 2018-01-14, 21:19:24
Ο φανός στον κατεστραμμένο κυματοθραύστη μετά την απελευθέρωση
Γρηγόρης Καρταπάνης: Ο πράσινος φανος στον κυματοθραύστη (μέρος α)

ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ 105 ΕΤΩΝ

Πάνε τώρα μερικοί μήνες που εκτελούνται εργασίες βελτίωσης κι ενίσχυσης στην κεφαλή του κυματοθραύστη, στο λιμάνι του Βόλου. Το πέρασμα του χρόνου με τη διαρκή αντιμετώπιση των κυμάτων επέφερε φυσιολογικές φθορές που επιβάλλουν την άμεση παρέμβαση, προτού διευρυνθούν σε σοβαρές βλάβες, ώστε να απειλείται η στατικότητα της κατασκευής με τα συνακόλουθα προβλήματα. Ο κυματοθραύστης (λιμενοβραχίονας ή επί το λαϊκότερον «κορδόνι» ) αποτελεί σημείο αναφοράς του λιμανιού, και τη φετινή χρονιά συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ολοκλήρωση της κατασκευής του, η οποία προσδιορίζεται στα 1918, ή έστω λίγο αργότερα με την τελειοποίηση κάθε λεπτομέρειας. Η πραγματοποίηση του συγκεκριμένου λιμενικού έργου πέρασε από πολλά …κύματα, έως ότου ολοκληρωθεί για να αντιμετωπίζει τα κύματα της θάλασσας. Η κ. Β. Χαστάογλου, στο βιβλίο της «Βόλος- Πορτραίτο της πόλης τον 19ο και 20ο αιώνα», εκδόσεις Βόλος (του Δήμου Βόλου) α΄ έκδοση 2002 και β΄2007, σ.σ. 246, σημειώνει σχετικά τα εξής: «Η εργολαβία της κατασκευής του νοτίου, προσήνεμου μόλου (κυματοθραύστης) ανατέθηκε το 1906 και μετά από επανειλημμένες καθυστερήσεις, το έργο περατώθηκε μετά το 1918, σύμφωνα με τη μελέτη του τότε νομομηχανικού Ιωάννη Γράβαρη» (σελ. 52). Επίσης στην υποσημείωση 32, του ίδιου κεφαλαίου (σελ. 75), γράφει: «Εργολάβοι του κυματοθραύστη ανέλαβαν οι Ιωάννης Βλυσίδης και Αθανάσιος Ρεμούνδος τον Φεβρουάριο του 1906. Μετά από άσκοπη καθυστέρηση ενάμισι χρόνου, διακοπών και επαναναθέσεων της εργολαβίας το έργο συνεχίστηκε από τον υιό του Ρεμούνδου, Ιωάννη μετά το 1912». Οι πληροφορίες παρέχονται μέσα από τα σχετικά έγγραφα της Λιμενικής Επιτροπής. Αλλά και στα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου εκείνης της περιόδου καταγράφονται οι κωλυσιεργίες και παλινωδίες στη διάρκεια ανάληψης και κατασκευής του έργου. Αν συνυπολογίσουμε και τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Διχασμός, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) γίνεται αντιληπτή ή καθόλου απρόσκοπτη διεξαγωγή των εργασιών στον κυματοθραύστη.

***

Στα 1912, το κύριο μέρος της κατασκευής φαίνεται πως είχε ολοκληρωθεί, καθώς από τη Λιμενική Επιτροπή ζητείται, με έγγραφο προς τον Υπουργείο Ναυτικών, η τοποθέτηση φανού λιμένος στην κεφαλή του λιμενοβραχίονα. Το πρώτο χρονικά έγγραφο που υπάρχει στον φάκελο του «Φανού λιμένος Βόλου» στο αρχείο της Υπηρεσίας Φάρων (Υ/Φ), είναι ακριβώς εκείνο της Λιμενικής Επιτροπής (αρ. 63) με το οποίο τίθεται το ζήτημα εγκατάστασης φάρου (φανού), με ημερομηνία 2/3/1912. Παραθέτουμε το πρώτο τμήμα του που μας ενδιαφέρει:

«Προς το επί των Ναυτικών Υπουργείον (Τμήμα Φάρων και Υδρογραφίας).

Περί τοποθετήσεως φανών εν τω άκρω του λιμενοβραχίονος του λιμένος Βόλου»

Η καθ’ ημάς λιμενική επιτροπή επομένη εις τα διά της υπ’ αριθ. 9152 π.ε. διατάξεως υμών παραγγελόμενα ανέγραψεν εν τω προϋπολογισμό ε.ε. του λιμενικού ταμείου, πίστωσιν δραχμών 5.300 δια την τοποθέτησιν επί του άκρου του περατωθέντος λιμενοβραχίονος, κλεισιάδος μετά δύο πρασίνων φανών. Ήδη εγκριθέντος του προϋπολογισμού λαμβάνω την τιμήν να γνωρίσω προς το Υπουργείον ότι η ειρημένη πίστωσις ευρίσκεται εις την διάθεσίν του και παρακαλώ όπως ευαιρεστηθή να διατάξη την έναρξιν των εργασιών δια την τοποθέτησιν των φανών…».

Φαίνεται πως υπήρξε και προηγούμενο έγγραφο σχετικά με την ανάληψη της δαπάνης για την τοποθέτηση του φανού, από το Λιμενικό Ταμείο Βόλου. Παρακάτω στο έγγραφο που αναφέραμε πιο πάνω γίνεται λόγος για την τοποθέτηση ερυθρού φανού στη σκάλα των σιδηροδρόμων, στα δυτικά του λιμανιού, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η προβλήτα του σιλό.

Η απάντηση του Υπουργείου (μέσω του Τμήματος Φάρων και Υδρογραφίας) αποστέλλεται ένα μήνα αργότερα, όπου αναφέρεται αναγκαστική αύξηση της δαπάνης του έργου και ζητείται νέα έγκριση από την Λιμενική Επιτροπή:

Εν Αθήναις 3 Απριλίου 1912

Προς τον Πρόεδρον της Λιμενικής Βόλου

Εις απάντησιν της υπ. Αρ. 63 αναφοράς υμών γνωρίζομεν υμίν ότι η ελάχιστη τιμή ην τα εν Ευρώπη καταστήματα προσέφερον δια την προμήθειαν μιάς κλεισιάδος μετά διπλού φανού δια του λιμένα Βόλου είνε 5.350 δρ. Λαμβάνοντας όμως υπ΄όψιν ότι η εγκατάστασις ταύτης ως και η αποστολή προς τούτο, μηχανικού, θέλει απαιτήσει νέαν δαπάνην, θεωρούμεν αναγκαίαν την αύξησιν της ψηφισθείσης πιστώσεως κατά 400-500 δραχ. ή εκτός αν, η Λιμενική Επιτροπή αναλαμβάνουσα τα έξοδα της τοποθετήσεως αποζημιώσει δε συγχρόνως τον αποσταλησόμενον ημών μηχανικών.

Την επί του ερωτήματος τούτου απόφασιν παρακαλούμεν να γνωρίσετε ημίν ως τάχιστα, ίνα προβώμεν εις την παραγγελίαν.

 Υπογραφή».

***

Η εγκατάσταση του φανού δεν πραγματοποιήθηκε άμεσα, πιθανώς για λόγους γραφειοκρατίας, καθυστέρησης της παραγγελίας ή αδυναμίας του Λιμενικού Ταμείου να καταβάλει την πρόσθετη δαπάνη. Στο άκρο του κυματοθραύστη όμως, πρέπει να υπήρχε κάποια υποτυπώδης φωτεινή σήμανση που όμως δεν επαρκούσε, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται προβλήματα ναυσιπλοΐας, γιατί παρουσίαζε και προβλήματα στην λειτουργία της. Ετούτη η ανεπάρκεια διαπιστώνεται στην αναφορά προς την Υ/Φ, σύμφωνα με την οποία ο ατμομυοδρόμων Αλφειός δυσκολεύτηκε να εισπλεύσει στο λιμάνι «λόγω σβέσεως του φανού» (20-6-1912).

Τα πολεμικά γεγονότα των Βαλκανικών Πολέμων που ακολούθησαν από το Φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, ανέβαλαν την εκτέλεση του έργου για ένα ολόκληρο και πλέον έτος ακόμη. Στις 20/6/1913, μετά την νικηφόρα ολοκλήρωση και του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, σε σχετικό έγγραφο σημειώνεται η απαραίτητη περάτωση της τοποθέτησης φανού με ακριβή προσδιορισμό της ολοκλήρωσης των εργασιών. Αν και δεν υπάρχει κάποια επιβεβαιωτική αναφορά για τον ακριβή χρόνο έναρξης λειτουργίας του φανού λιμένος Βόλου, αυτό πρέπει να συνέβη το καλοκαίρι του 1913. Στον διπλό φανό χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη το πετρέλαιο- όπως άλλωστε συνέβαινε με όλους σχεδόν τους φάρους εκείνα τα χρόνια- και απασχολούσε μόνιμο φαροφύλακα για την αφή, την σβέση και την παρακολούθησή του, που μετέβαινε με βάρκα από το λιμάνι. Δεν γνωρίζουμε αν κατά τα χρόνια του ναυτικού αποκλεισμού των συμμάχων (1916-17) ή την τρίμηνη γαλλική κατοχή και στο λιμάνι του Βόλου το καλοκαίρι του 1917, ο φανός συνέχισε απρόσκοπτα τη λειτουργία του ή τέλεσε σε σβέση ανάλογα με τις επιταγές των ξένων δυνάμεων. Στην περίπτωση της αφής του καινούριου φάρου στο Τρίκερι (1917) η σύμφωνη γνώμη των συμμάχων θεωρούνταν απαραίτητη από την Υ/Φ.

***

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου έχουμε δύο «ομάδες» εγγράφων που αφορούν το φανό λιμένος Βόλου. Η πρώτη αποτελείται από 5 έγγραφα της διετίας 1925-1927. Τα τρία του 1925 αφορούν τη διαχείριση του καυσίμου για την λειτουργία του φανού και την παραχώρηση, με παρέμβαση του Λιμενάρχη, δοχείων με πετρέλαιο από το φάρο Σέσκλο, στα Πευκάκια, σε εκείνον του κυματοθραύστη, όπου προφανώς υπήρχε έλλειψη που έπρεπε να καλυφθεί, έως ότου γίνει ο ανεφοδιασμός από το φαρόπλοιο. Τα δύο έγγραφα στις 25 και 28/8/1927 αναφέρονται στη θραύση «πέντε πρισματικών κρυστάλλων» στον ένα εκ των δύο πράσινων φανών από πτώση λόγω ισχυρού ανέμου και την αποκατάσταση της βλάβης, μιας και το τεχνικό προσωπικό κατέφθασε άμεσα.

***

Ένα ευρύτερο σύνολο οκτώ εγγράφων καλύπτει την περίοδο 5/9/1938 έως 16/9/1939, δηλαδή κάτι παραπάνω από ένα χρόνο, και αφορούν τη μεταφορά του φανού σε νέα βάση, στην κεφαλή του λιμενοβραχίονα πάντοτε.

Αν και το έργο δεν αποτελούσε κάτι σπουδαίο, επικρατεί μια γραφειοκρατική κατάσταση με ανταλλαγές εγγράφων, εμπλοκή διαφόρων υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση πολλών μηνών. Αν και η Λιμενική Επιτροπή από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 1939 έχει κατασκευαστεί την νέα βάση σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τις υποδείξεις της Υ/Φ, η εξάρμοση του φανού από την παλιά του θέση και η τοποθέτησή του στην καινούργια, που έπρεπε να γίνει από την τεχνική υπηρεσία της Υ/Φ, καθυστερεί χαρακτηριστικά. Αρχικά η Υ/Φ ζητά από τη Λιμενική Επιτροπή να διαθέσει αυτή προσωπικό για τη μεταφορά του φανού, αλλά αργότερα η εκτέλεση του έργου μεταβιβάζεται στο Υπουργείο Συγκοινωνίας και στη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων. Η τελευταία με τη σειρά της ζητά από το Λιμενικό Ταμείο (31/1/1939) να αναλάβει αυτό τη δαπάνη για τις εργασίες και τα υλικά. Η σχετική πίστωση εγκρίνεται (25/5/1939) και το έργο που τόσο καιρό καρκινοβατεί, δείχνει να ολοκληρώνεται οσονούπω. Τελικά αυτό ανατίθεται σε ιδιωτικό συνεργείο, αλλά κατά τη διαδικασία μεταφοράς του φανού, αυτός ανατρέπεται, με αποτέλεσμα να στραβώσει ο ιστός και να σπάσουν ορισμένα εξαρτήματα. Η σχετική αναφορά του υπεύθυνου φαροφύλακα Σπ. Νόνη στις 16/9/1939 αποστέλλεται προς την Υ/Φ, συνημμένη σε αίτηση του Λιμεναρχείου Βόλου, με την επισήμανση «Λίαν επείγουσα», προκειμένου να γίνει άμεση αποκατάσταση των ζημιών. Αξίζει νομίζω να διαβάσουμε τη λεπτομερή αναφορά:

«Σπύρος Π. Νόνης φαροφύλαξ Α΄Φανού Βόλου. Εν Βόλω 16/9/1939.

Υπουργείον Ναυτικών Διεύθυνσις Φάρων Βόλου Υποδιοίκησης Διοικητική Αθήναι.

Διά του κ. Λιμενάρχου Βόλου.

Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι παρά της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου απεφασίσθη η μεταφορά του φανού εις την νέαν τοποθεσίαν. Η εργασία εδώθη προς εκτέλεσιν εις έναν σιδηρουργόν ονόματι Παπαδημητρίου. Κατά την μεταφοράν εις την νέαν του βάσιν, ο φανός ανετράπη και υπέστη ζημίας ο στύλος καμφθής εις πολλά μέρη καθώς εθρυμματίσθη τελείως εις το άκρον του στύλου (ράουλον). Γίνεται προσπάθεια παρά του ιδίου σιδηρουργού να επισκευασθή ο στύλος και να τοποθετηθή εις την νέαν του βάσιν. Επειδή το θραυσθέν ράουλον είνε αδύνατον να γίνη ενταύθα ομοίως παρακαλώ, όπως μας αποστείλεται το ταχύτερον έτερον μετά της βάσεως του. Λειτουργία του φανού συνεχίζεται κανονικώς επί προχείρου αναρτηθέντος στύλου.

Ευπειθέστατος

Ο προϊστάμενος του φανού

Σ. Π. Νόνης».

 

Για την αποκατάσταση της ζημιάς δεν έχουμε κάποια πληροφόρηση, καθώς το παραπάνω έγγραφο είναι το τελευταίο της προπολεμικής περιόδου που αφορά τον φανό λιμένος Βόλου, και υπάρχει στον οικείο φάκελο στο αρχείο της Υπηρεσίας Φάρων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
8
+
8
=