Ασχολίες των κατοίκων των χωριών των θεσσαλικών Αγράφων

Τελευταία ενημέρωση: 2018-06-11, 12:15:19
Ασχολίες των κατοίκων των χωριών των θεσσαλικών Αγράφων

Tου Χρήστου Μηλίτση

 

Oι κάτοικοι των χωριών των θεσσαλικών Αγράφων, είναι σφιχτά δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Αγαπούν και καλλιεργούν τη γη που κατέχουν, όσο μικρή και άγονη και αν είναι. Φίλεργοι, φιλόπονοι εργατικοί, δουλεύουν όλες τις εποχές του χρόνου. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα την τελευταία εκατονταετηρίδα, από το 1650 μέχρι το 1750, που τα Άγραφα είχαν φτάσει στο ανώτατο όριο ευημερίας, είχε καταβληθεί από τους κατοίκους των ορεινών αυτών χωριών μεγάλη προσπάθεια για την ανάπτυξη της παραγωγής, που ήταν σημαντική, ανάλογα με το άγονο και την ιδιομορφία του εδάφους. Oι περιορισμένες πεδινές εκτάσεις, οι στενές κοιλάδες, το πετρώδες έδαφος, επιδρούσαν ανασταλτικά στην αύξηση της παραγωγής. Εν τούτοις η φιλεργατικότητα, η φιλοπονία, η εξυπνάδα και η ασφάλεια που ένοιωθαν, γιατί δεν πατούσαν συχνά στα μέρη αυτά οι Τούρκοι για το χαράτσι, ευνόησαν σε κάποιο μέτρο την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας σε βαθμό ώστε να τους περισσεύουν και να πωλούν τα προϊόντα τους στις γύρω πλούσιες, άλλα ερειπωμένες από τους Τούρκους περιοχές. Τα πιο ορεινά χωριά ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και την επεξεργασία των προϊόντων της. Άλλοι και δεν ήταν πιο λίγοι αυτοί, ασχολούνταν με τη γεωργία, και άλλοι εξασφάλιζαν τους πόρους ζωής από βιοτεχνικά προϊόντα. Κατασκεύαζαν διάφορα αντικείμενα υφαντά και πλεκτά από βαμβάκι και κυρίως από μαλλιά που υπήρχαν άφθονα. Στους αργαλειούς τους που δεν έλειπε από κανένα σπίτι, ύφαιναν χωριάτικα ενδύματα μαντήλια για το κεφάλι, ζωνάρια και πετσέτες και σχεδόν όλα, ότι είχαν σχέση με την ενδυμασία και των ανδρών και των γυναικών των Αγραφιώτικων χωριών. Εκτός από την υφαντική, υπήρχαν και τεχνίτες κατεργασίας χρυσού και αργύρου. εργαστήρια κατεργασίας ξύλου. Περίφημα ήταν τα ξυλόγλυπτα εκείνης της εποχής. Στη Σκλάταινα, υπήρχε εργαστήρι που κατασκεύαζε σπαθιά, όπλα και πιστόλια, τα οποία τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, πουλιόνταν, όπως μας λέει ο ιστορικός Ληκ, 15 γρόσια το ένα. Αναφέρεται ακόμα και στα προϊόντα και στις τιμές τους. Το βούτυρο είχε ένα γρόσι την οκά. Το τυρί 15 παράδες το μέλι 20 παράδες. Το κερί 5 γρόσια η οκά. Το κρασί 8 γρόσια το φόρτωμα. (96 οκάδες). (*) Οκά μονάδα βάρους= 1280 γραμμάρια Τα πρόβατα 8 γρόσια το ένα. Τα γίδια 5 γρόσια το ένα. Μια αγελάδα άξιζε 30 γρόσια. Το σιτάρι είχε 6 παράδες η οκά και οι κότες 15 παράδες η μία. Μετά την απελευθέρωση, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά, οι κάτοικοι περιορίστηκαν και ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την κτηνοτροφία. Η υφαντική περιορίστηκε στο να παράγει ό,τι χρειαζόταν το κάθε σπίτι να ντυθεί. Στα θεσσαλικά Άγραφα, όσα χωριά βρίσκονταν στα ριζά, εκεί που ακουμπούσαν τα βουνά στο κάμπο και όσα υπήρχαν γύρω από το οροπέδιο της Νεβρόπολης. ζούσαν κάπως υποφερτά. Τα πιο ορεινότερα με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να ασχολούνται με τη ξύλευση, την υλοτομία. Δεν υπήρχαν τότε ούτε δρόμοι, ούτε μέσα μεταφοράς αρκετά και κατά συνέπεια ζούσαν μέσα στη φτώχεια τη μιζέρια και την κακοριζικιά.

Χαρακτηριστικό της φτώχειας και της μιζέριας των κατοίκων των ορεινών αυτών περιοχών, είναι το περιστατικό που μας διηγείται ο Κώστας Γερακάρης. «Όταν υπηρετούσα γύρω στα 1910 στο Καρπενήσι, οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, δημιουργούσαν εικονικές δίκες και βάδιζαν 20 και 30 ώρες να πηγαίνουν στο Καρπενήσι για να παίρνουν τα μαρτυρικά. Λίγα χρήματα που πλήρωναν για έξοδα στους μάρτυρες. Στα Δικαστήρια, όλους τους αθωώνανε. Αυτό κράτησε για αρκετά χρόνια, μέχρι να τους πάρουν είδηση. Όταν κάποτε ρώτησαν κάποιον, γιατί το έκανε αυτό, αποκρίθηκε. «Ξαίρ’ς τι θα πει να μην έχ’ ς ν’ αλατίσ’ το κρεμύδ’»!

 Πιο άχαρη, σκληρή και επίπονη ήταν η ζωή, ιδίως για τις γυναίκες, που, εκτός από τις άλλες εργασίες που έκαναν μέσα και έξω από το σπίτι, ήταν αναγκασμένες πολλές φορές να υποκαταστήσουν τα υποζύγια. Βάδιζαν 5 και 6 ώρες δρόμο φορτωμένες με 30 και 40 οκάδες καλαμπόκι, που αναλογεί σήμερα περίπου σε 50 κιλά, σε σακί δεμένο με τριχιά στη πλάτη, για να το μεταφέρουν από τη πόλη στο χωριό. Να μεταφέρουν στους ώμους το νερό από τις βρύσες για τη λάτρα του σπιτιού και το πλύσιμο των ρούχων, στη πλάτη, ξύλα από το δάσος κ.λπ. Αυτό δεν είναι υπερβολή. Έχω προσωπική αντίληψη. Κάποτε στα παιδικά μου χρόνια, όταν κατέβαινα από το μοναστήρι της Παναγίας Πελεκητής, στο δρόμο από το χωριό Καρύτσα της Ευρυτανίας για το Πλακωτό που είναι οικισμός της Κοινότητας Καρύτσας, άκουσα τον παρακάτω διάλογο που δεν πρόκειται να τον ξεχάσω ποτέ.

-Γεια σου ρε Γιώργο.

-Γεια σου Λια. [Ηλία]

-Τι κάντς ορρέ.

- Τι να κάνω, βρίσκομαι.

- Γιατί ορρέ Γιώργ’ (η) δεν παντρεύτηκες ακόμα;

- Δεν παντρεύτηκα ρε Λια. Θα πεντρεφτού όμως τώρα. Δεν μπορού άλλο. Θα παντρευτού, γιατί δεν έχω φορτιάρκο. (ζώο =γαϊδούρι, μουλάρι, άλογο).

Δεν είχε ζώο και θα παντρεύονταν να χρησιμοποιεί για ζώο τη γυναίκα του. Η κατάσταση αυτών των ανθρώπων χειροτέρεψε περισσότερο στα μαύρα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου σπαραγμού. Τότε κάηκαν τα σπίτια τους. Καταστράφηκαν οι περιουσίες τους και ξεκληρίστηκαν κυριολεκτικά.

 Γύρισαν στα σπίτια τους μετά το 1948. Πολλοί ριζώθηκαν στις πόλεις όπου είχαν κατέβει σαν ανταρτόπληκτοι. Oι περισσότεροι γύρισαν και εργάστηκαν σκληρά να ξαναφτιάξουν ότι μπορέσουν απ’ αυτά που έχασαν. Βασικές απασχολήσεις η σπορά της πατάτας, κηπευτική, υφαντική, κτηνοτροφία και κυρίως ύστερα από τη διάνοιξη των δασικών δρόμων η υλοτομία. Σε άλλα χωριά, όπως ο Μεσενικόλας, το Βλάσδο, το Βουνέσι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν και με την αμπελουργία.

Σκληρή και ανυπόφορη η ζωή, για τους ορεσίβιους αυτούς ανθρώπους που κατοικούν στην άγονη αυτή περιοχή, την οποία τόσο υπεραγαπούν και τόσο δεμένοι είναι με αυτή, ώστε να μη θέλουν οι περισσότεροι με κανένα τρόπο να την αποχωρισθούν. Είναι κοινό μυστικό σε όλους, ότι δουλεύουν σκληρά. Σπέρνουν στην άγονη γη το καλαμπόκι με το σουβλί. Χτίζουν ξηρότοιχους στις πλαγιές για να συγκρατήσουν το χώμα για να φυτέψουν λίγες ντομάτες ή μερικές πατάτες που μαζί με το γάλα από τα λίγα γαλάρια που διαθέτουν, αποτελούν την καθημερινή τους τροφή. Το παρακάτω λαϊκό τραγούδι που βγήκε μέσα από το δράμα αυτών των ανθρώπων που το ζουν, σηματοδοτεί, πιστεύω αρκετά, την αγωνία τους να κρατηθούν στη ζωή με κάθε τρόπο.

 O ΓΙΑΝΝΗΣ

Αφήν’ ο Γιάννης τη κλεψιά και παίρνει το ζευγάρι.

Φτιάνει τ’ αλέτρι από κρανιά και το ζυγό από γαύρο,

κι όργωνε και ξόργωνε και σπέρνει και ξεσπέρνει

Κι αλώνιζε, ξαλώνιζε, τρία τσουβάλια στάρι.

Το’ να το χρώσταει, τόδωσε, τ’ άλλο το πήρε ο φόρος.

Το τρίτο το καλύτερο το πάει για να τ’ αλέσει

Βρίσκει το μύλο χάρβαλο και το νερό κομμένο.

Ώσπου να βάλουν το νερό, να ξεκινήσ’ ο μύλος,

ο ποντικός από μεριά, τρυπάει το σακούλι.

Πω-πω σακούλι μ’ τ’ έπαθα, καινούργιο μπαλωμένο.

Σαράντα δύο μπαλώματα και δυο κουβάρια γνέμα.

και μπάλωνα ξεμπάλωνα, τρεις μέρες και τρεις νύχτες

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
4
=