«ΜΙ ΓΡΙΤΙΣ ή ΜΙ ΖΜΙ» (Ευθυμογράφημα)

Τελευταία ενημέρωση: 2018-06-06, 13:22:38
«ΜΙ ΓΡΙΤΙΣ ή ΜΙ ΖΜΙ» (Ευθυμογράφημα)

Του Σεραφείμ Αθανασίου

 

Το όνομα της θειάζ ’ουμ της Λούκαινας ούτε καν το γνώριζα γιατί όλοι οι πιτσιρικάδες/ και οι μεγάλοι την ηλικία θα έλεγα/ τις παντρεμένες γυναίκες αυτόματα τις φώναζαν θειάδες ή κυρά Γιώργαινα, κυρά Κώσταινα, κυρά Γιάνναινα, κυρά Παναγιώταινα  και το «κυρά», γόνα  πήγαινε.

Με λίγα λόγια (αλλά τι λίγα!!!), αφού πάλι σήμερα ένα σωρό θα γράψω μέχρις ότου -οι δυο Βασούλες δημοσιογράφοι, και υπεύθυνες του «Ταχυδρόμου», ή τα δυο αδέρφια, Λουκάς και Μιχάλης Μαστής που και εκείνα, δημοσιογραφικά, διευθύνουν τη «Ροδιακή»- με κυνηγήσουν, από «αγανάκτηση».

Το λέω αυτό επειδή, πολλές φορές, ψάχνουν να βρουν χώρο για να φιλοξενήσουν τα όποια δικά μου χαζά και αυτό το κάνουν χωρίς κουβέντα σε μένα για να μη χαλάσουν προφανώς το χατίρι του 94χρονου δημογέροντα ή καλύτερα γερό-παρατατικού.

Ο «παρατατικός» μου αρέσει περισσότερο επειδή  οι σχέσεις μου με το Δήμο, που ανήκει και η ΔΕΥΑΜΒ, όλο και πιο «τεταμένες» γίνονται, παρά τη συμπάθεια που τρέφω ακόμη και στον φωνακλά, δραστήριο όμως Δήμαρχο (και αυτό να λέγεται) με αφορμή το ακριβό νερό που εγώ και άλλοι πληρώνουμε ή και για μερικούς χαλασμένους δρόμους, ιδιαίτερα στον Άγιο Στέφανο επειδή εκεί οι τροχοί των αυτοκινήτων, στο πέρασμα των δρόμων αυτών, μαρτυρούν το «γάλα της μάνας τους» από τα σκαμπανεβάσματα σε λακκούβες και χαλικόστρωμα, χώρια κάποια εγκαταλελειμμένα, από τους ιδιοκτήτες τους, οικόπεδα ή χώροι πρασίνου-παιδικών χαρών, που ανήκουν στο Δήμο, είναι απροσπέλαστοι από τα ψηλά αγριόχορτα και λοιπά ξερά κλαδιά στα οποία, δικαιολογημένα, φωλιάζουν  φίδια και λοιπάεπικίνδυνα ερπετά.

Τέλος πάντων, επανερχόμενος στα των καλών δημοσιογράφων και, μέχρις ότου με «προγκίξουν», εγώ θα συνεχίζω να τους στέλνω τα λίγα ή πολλά χαζά μου, στη δε σημερινή ιστορία θα αναφερθώ στη θειά μ’ τη Λούκαινα ή, καλύτερα, σε μια ανιψιά της.

Αυτή η «θειά μ’», ήταν φτωχιά γυναίκα, δεν είχε αποκτήσει παιδιά, έμεινε στον πέρα από το δικό μας μαχαλά ερχόταν όμως στο σπίτι μας για να συναντήσει τη μάνα μ’ με την οποία «κουτσομπόλευαν» διάφορα της αρβύλας μεγάλα γεγονότα και σε όλους τους μαχαλάδες.

Έμεινε μόνη (είχαν πεθάνει οι γονείς της και ο άνδρας της, ο Λουκάς) και η αδελφή της, που ήταν παντρεμένη σε άλλο χωριό,για να έχει παρέα, της έστειλε την ανύπαντρη κόρη της, τη Θανάσου, να μένει μόνιμα μαζί της.

Συμπαθητική κοπέλα η Θανάσου, λίγο χαζούλα αλλά υποφερτή η χαζομάρα της. Η θειά Λούκαινα, τη συμβούλευε πώς να φέρεται στον κόσμο και ιδιαίτερα, αν παντρευτεί, της έλεγε να μη κακομιλήσει ποτέ στον άνδρα της, έστω και αν  εκείνος νευριασμένος της πει και καμιά παραπανίσια «γκβέντα». Γιατί, της έλεγε, οι «άντριδες» δέρνουν κιόλας, επειδή έχουν το «πάνω χέρι».

Και το «πάνω χέρι» λέω τώρα εγώ, το είχαν τότε, ενώ τώρα όχι μόνο το «πάνω χέρι» αλλά και το «πάνω πόδι» ή και τα δυο «πόδια» μπορεί να περάσουν στους «άντριδες» κάποια άλλα «αδύνατα μέρη» και σε ένα μόνο παπούτσι.

Ας παρακολουθήσουμε όμως την ιστορία, της ανιψιάς.

Υπάκουη και καλή η Θανάσου και μέσα της προσευχόταν στον Αγιάννητο Θεολόγο (προστάτη του χωριού μας που τον γιορτάζουμε στις 8 Μάιου) να της παρουσιάσει κανένα καλό παιδί για να μη μείνει στο Ράφι επειδή  μετά τα 25ντε τους  τα κορίτσια -τότε- λογιζόντουσαν γεροντοκόρες.

Και πράγματι ο Αγιάννης ο θεολόγος, μεγάλη η χάρη του, τη βοήθησε και την έκανε χαρούμενη στην υπόλοιπη ζωή της.

Συνήθως η Θανάσου, με άλλα κορίτσια ή παντρεμένες, πήγαινε για νερό  στην πλατεία του χωριού μας στην οποία υπήρχε ένα πηγάδι και μια βρύση από την οποία το γάργαρο κρύο νεράκι έτρεχε  επί 24ώρου βάσεως.

Και πήγαινε η Θανάσου εκεί επειδή οι νέοι, από τα καφενεία, διάλεγαν νύφες. Με λοξές ματιές, κοίταζαν προς τη βρύση και σαν τυφλοπόντικες νοερά χωνόντουσαν  κάτω από φούστες στις οποίες-τότε-κρυβόντουσαν ανεξερεύνητοι θησαυροί ευτυχίας!!!

Σήμερα, εκείνα τα «θησαυροφυλάκια», τα περπατά κανείς εύκολα και τα «χρυσά» τους νομίσματα αποδεικνύονται, πολλές φορές, άνθρακες, ιδιαίτερα για γέρους που συνεχίζουν να « κοκορεύονται»!

Και επειδή γίνεται λόγος για το  τρεχούμενο νεράκι της βρύσης, το ευλογημένο αγαθό, από το μεγάλο στόμιο του σωλήνα του, μια που δεν είχε διακόπτη αναχαίτισης, έτρεχε συνέχεια και κύλαγε την κατηφόρα προς το μικρό ποταμάκι που και σήμερα διασχίζει το χωριό μας. Και μέχρις ότου φτάσει εκεί τους μεν χειμώνες, και όποιους ανθρώπους το πέρναγαν, εκείνο το αυλάκι , τους γέμιζε λάσπη και βρώμικα νερά, τα δε καλοκαίριαχόρταιναν νεράκι: σκυλάκια, γατούλες, σφήκες και μπιμπίκια.

Όμως ο Αγιάννης ο Θεολόγος, τη Θανάσου, αλλού την έστειλε για νερό. Την οδήγησε, χωρίς εκείνος να φαίνεται, στο κοντινότερο πηγάδι του σπιτιού της.

Εκεί λοιπόν πήγε και με τον κουβά, που ήταν δεμένος στην ανέμη του πηγαδιού, άρχισε να βγάζει νερό. Δυστυχώς κάποια στιγμή ο κουβάς μπέρδεψε σε πέτρα του πηγαδιού και προσπαθούσε να τον ξεμπερδέψει χωρίς να το κατορθώνει και ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

 Τα γλύτωσε όμως (τα κλάματα) που αλλοίωναν την ομορφιά του προσώπου της και αυτό έγινε επειδή ένας νέος (που παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά της και ήθελε να βγάλει νερό για να ποτίσει το γαϊδουράκι του αφεντικού του -έτσι της είχε πει- προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει.

Με μαεστρία ξεμπλόκαρε τον γεμάτο νερό κουβά και τον πρόσφερε στη Θανάσου, η καρδούλα της οποίας άρχισε να κτυπά ακαθόριστα τα ντούκου, ντούκου της για τα οποία φοβόταν κιόλας μη τα ακούσει ο Γιώργης, έτσι έλεγαν το νιο, και νομίσει ότι είναι άρρωστη από την καρδιά της ενώ, εκείνη, ήταν γεμάτη υγεία ανεξάρτητα αν, όπως ένοιωθε μισολιπόθυμη, μπορούσε να σωριαστεί πάνω του, άλλο που δεν ήθελε ο χωριάταρος που έβλεπε τη Θανάσου σαν μελομακάρονο, χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Δεν άργησαν στη συνέχεια, έστω και μόνο με λοξές ματιές, να τα βρουν και με τις ευχές γονιών και θειά Λούκαινας παντρεύτηκαν και ο Γιώργης, που καταγόταν από τα Κράβαρα και εργαζόταν στο χωριό μας ως εργάτης σε ένα καλό «αφεντικό του», απόκτησε γυναίκα και σπίτι, αφού η θειά της Θανάσους που δεν είχε δικά της παιδιά της είχε δώσει ως προίκα το σπίτι και ένα χωραφάκι λίγων στρεμμάτων.

Και επειδή ήταν μικρό το σπίτι ή πολύ καλή γυναίκα και Χριστιανή θειά Λούκαινα κατέβηκε για λίγο καιρό στην αδελφή της, αφήνοντας το ζευγάρι ανεμπόδιστο στις όποιες του τρέλες και υποσχέσεις αγάπης.

Πριν όμως φύγει τη συμβούλεψε ξανά στο να προσέχει και να υπακούει στον άνδρα της , κάνοντάς του όλα του τα χατίρια.

Πρέπει να ήταν ο καιρός που οργώνουν οι γεωργοί τα χωράφια τους και αυτό γίνεται από τα μέσα Οκτωβρίου και ύστερα. Οργώνουν, ανανεώνουν το ευλογημένο χώμα των χωραφιών και στη συνέχεια σπέρνουν σιτάρια, ρεβίθια, καλαμπόκια κ.λπ.

Αν κάνω λάθος τους μήνες που οργώνουν ζητώ συγγνώμη από τους αγρότες  και είμαι ειλικρινά αδικαιολόγητος επειδή και εγώ, μέσα στα χωράφια μεγάλωσα και από εκεί, στα είκοσι μου χρόνια, τον Νοέμβριο του 1945, άφησα το αλέτρι και το δυο μου βόδια( τρία τα υπολόγιζε ο καλός μου αδελφός, ο Πάνος, γι’ αυτό συνέχεια βόδι με φώναζε και δεν είχε άδικο)  και κατατάχτηκα στη Χωροφυλακή προκειμένου να γίνω«μεγάλος» και «τρανός» και γιατί όχι ακόμη και«δολοφόνος» του λαού και τούτο επειδή λίγοι -ευτυχώς- συνάνθρωποί μας τους άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας τους έλεγαν και συνεχίζουν να τους λένε εκτός από «μπάτσους» και «δολοφόνους».

Κλείνω παρένθεση.

Ένα πρωινό ο Γιώργης φίλησε τη Θανάσου του και έφυγε να πάει να οργώσει το χωραφάκι που του είχε αφήσει η θειά της Θανάσους.

Εκείνη ετοιμάστηκε να μαγειρέψει το φαγητό που ο Γιώργης μαζί της θα έτρωγετο βράδυ με την επιστροφή του και ήθελε να τον περιποιηθεί, όσο γινόταν καλύτερα.

 «Κλεμμένη εικόνα» από το Διαδίκτυο

Δεν είχε όμως πιο καλό φαγητό από κάποια ξερά κουκιά που βρήκε σε ένα χώρο που έβαζαν τα είδη διατροφής.

Σκέφτηκε πώς να τα μαγειρέψει και πάνω σε αυτό ήθελε και τη γνώμη του.Πηρέλοιπόν το δρόμο του χωραφιού και πριν φτάσει από μια ψηλή ραχούλα που πιο κάτω έβλεπε το Γιώργη της να οργώνει, βάζει μια φωνή.

-Γιώργη, όρα Γιώργη, Γιώργη μ’ ακούς;

Ένας άλλος γείτονας πουστο κοντινό δικό του χωράφι όργωνε, άκουσε τη φωνή και λέει στο Γιώργη.

-Γιώργη, η γυναίκα σου σε φωνάζει.

Και εκείνος σταματά τα βόδια, τα οποία του είχε παραχωρήσει το αφεντικό του για λίγες μέρες προκειμένου να οργώσει το χωραφάκι του, της απαντά.

-Τι «θέλις» Θανάσου μ’.

-Θέλω να σι ρουτίσου: Μαγιεύουκκιά, πως τε θές «γρίτσις ή μι ζμί» και προφανώς θα εννοούσε να τα κάνει σαλάτα με Ξυδάκη, λαδάκι και ρηγοπούλα ή με ζουμί (εγώ τέτοια έχω φάει και είναι πολύ νόστιμα)!

Ο Γιώργης όμως ο οποίος (στο γείτονά του και σε ερώτησή του ή πειραχτικό του σχόλιο ότι τώρα που ήταν «φρέσκος γαμβρός» γεννούσε, γι’ αυτόν, καλά φαγητά, ακόμη και ο «κόκορας») είχε πει ότι το βράδυ η Θανάσου του ετοίμαζε ωραίο κουνέλι στιφάδο, στενοχωρήθηκε με αυτά που ρωτούσε η Θανάσου επειδή ο γείτονας του,θα τον θεωρούσε ψεύτη, άρχισε νευριασμένος να μουρμουρίζει.

-Καραγαϊδούρα του κερατά, με ξευτέλισες στο γείτονα,το βράδυ που θα έρθω στο σπίτι, θα δεις τι θα πάθεις, θα φας το πρώτο ξύλο της χρονιάς σου και εκτός από σένα, μουρμούριζε ο Γιώργης. θα στείλω στο διάβολοπέρα από τους γονείς σου ακόμη και τη θειάςτη Λούκαινα.

Τα έλεγε αυτά, χωρίς να απαντάει στη Θανάσου του και σουβλίζοντας τα άκακα βόδια του αφεντικού του εκείνα, αναχαράζοντας, ξεκίνησαν τον περίπατό τους μέσα στις αυλακές του χωραφιού ενώ ο Γιώργης, γεμάτος νεύρα, κρατούσε τις δυο λαβές από το αλέτρι το οποίο, από σκουριασμένο που ήταν, με την τριβή του στο χώμα πεντακάθαρο και σαν καθρέφτης, έλαμπε στις ακτίνες του ήλιου.

-Καλά, είπε η Θανάσου, δεν ακούω τι «μ’λες». Όμουςιγό θα σκάνου«κι γρίτσις», θα σκάνου και «ζμί».Και…κάνοντας μεταβολή, πήγε σπίτι της.

Επιστρέφοντας το βράδυ ο Γιώργης και βλέποντας τη Θανάσου να τον περιμένει γεμάτη σεβασμό και προθυμία να τον περιποιηθεί δεν της είπε τίποτα, περί διαβόλους και τριβόλους, αφού και τα «κκιά» που είχε μαγειρέψει ως «γρίτσις» και «ζμί» ήταν πανόστημα.

Περιορίστηκε όμως να της πει ότι, στο γείτονά του, είχε πει ότι θα έτρωγε στιφάδο κουνέλι και αισθάνθηκε άσχημα που η γυναικούλα του-έτσι την αποκαλούσε- τρόπον τινά, και άθελά της, τον πρόδωσε, με τα «κκιά» της.

-ΑχΓιώργημ γιατί μ’τόπες αυτό τώρα, πουλί μι στινουχώρισις, κι πώς, η κακουμίρα, να ιπανουρθόσου.

Τα έλεγε τα λόγια τούτα και έκλαιγε ενώ ο Γιώργης, προσπαθούσε να την ηρεμήσει στην αγκαλιά του.

Το άλλο πρωί έφυγε ο Γιώργης για το χωράφι και η Θανάσου τρέχοντας πήγε σε μια καλή γειτόνισσα που ήταν κουτσομπόλα μεν αλλά είχε και περίσσιες καλοσύνες, στον δικό της εσωτερικό κόσμο.

-Καλμέρα Θειά Μαριό.

-Καλώς του κουρίτσιμ.

-Θειά Μαριό, θέλου να μ’ δανίεις ένα κνέλ.

-Γιατί του Γιώργις τ’ όπνιξις κιόλας;

-Γιατί είχικένλ ου Γιώργουζ μ’;

-Άντε χαζούλα, έτς λέμι σ’ ούλις τα νιόπαντρης ότι  τουν πρώτου μήνα απ’ παντρεύουντι «πνίγνε συνέχεια τα κνέλια  απ’τσάντριτς κί σί τόχς δίπλας κι ρουτάς ιμένα τη γριά αν του Γιώργις ίνε πνιγμένου ή σαλεύ.

Κατάλαβε  η Θανάσου που το πήγαινε η κουτσομπόλα γριά γειτόνισσα και γελώντας ικανοποιημένη,επειδή και αυτή  είχε κάνει ότι κάνουν όλες οι νιόπαντρες κιόλα τα «θιλκά»,έγινε ολοκόκκινη.

-Έλα κουρίτσιμ, μι ντρέπισι, έλα να σ’ δώσου ένα μιγάλου κνέλ για δώρου κι δε θέλου να μτουγυρίεις δανκό. Και πιάνοντας έναν κούνελο, από τους πολλούς που είχε στον κήποτης, στον οποίο εκείνοι είχαν κάνει φωλιές και λαγούμια, τον έδωσε στην Θανάσου και της ευχήθηκε να είναι χαρούμενη στη ζωή της.

Γρήγορα ,γρήγορα τον μαγείρεψε με κρεμμυδάκια στιφάδο, και την κατσαρόλα, όπως ήταν ζεστή, την τοποθέτησε σε τράστο και χαρούμενη πήρε το δρόμο του χωραφιού, έχοντας βέβαια και άλλες προμήθειες. Κρασάκι, λαδόξυδο,αλατοπίπερο και ότι άλλο μπορούσε να φαγωθείστην εξοχή που ανοίγει και η όρεξη.

-Γιώργη μ’ , σού φιρα του κνέλ, όχ  του δκός που στο πνιξα ένα σουρό φουρές κι θα στου πνίγου όταν αυτό ζουντανεύ, αλλά το πραγματικό που μαγείρε ψασίμιρα κι στο κανα στιφάδου. Δε μπόραγα βλέψ ,ψες να του πιάσου στου γκήπου μας, γι΄αυτό σού κανακκιά. Τώρα ισί-αν θες- φώναξι κι του γείτουνα να φάμι μαζί.Τα έλεγε αυτά φωναχτά και αλλού κοίταζε, ήθελε όμως  να τα ακούει ο γείτονας που νόμιζε το Γιώργη της,ψεύτη.

Ξαφνιάστηκε ο Γιώργης και θαύμασε την εξυπνάδα της Θανάσους, που την έλεγαν χαζούλα ενώ εκείνη, όχι μόνο χαζή δεν ήταν αλλά, καλίγωνε  ψύλλους.

Φώναξαν το γείτονα και τρώγοντας μαζί του το χιλιονόστιμο στιφάδο (να είχα και εγώ λίγο τώρα) και κάτω από τον ήσκιο ενός δένδρου πέρασαν ένα αλησμόνητο μεσημέρι.

Η Θανάσου και η κάθε Αθανασία, την εποχή εκείνη, στον όποιο πάτερ φαμίλια έδινε την πρωτοβουλία σκέψεων και αποφάσεων γιατί τον θεωρούσε Κραταιό και Δυνατό και τα σωστά ανδρόγυνα πορεύονταν στην ζωή τους με τον αντίστοιχο και ανάλογο σεβασμό που τώρα, δυστυχώς, τείνει να εξαφανιστεί. Να είστε όλοι σας καλά!

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
6
+
8
=