Η Πόλις εάλω, ημέρα Αιώνιας Μνήμης

Τελευταία ενημέρωση: 2018-06-04, 12:08:38
Η Πόλις εάλω, ημέρα Αιώνιας Μνήμης

Του Χρήστου Μηλίτση

 

Τρίτη ήταν και τότε η αποφράδα εκείνη μέρα στις 29 του Μάη του 1453, όταν έπεσαν τα τείχη και μαζί με αυτά και η επτάλοφος της Προποντίδας και του Βοσπόρου. Ο τελευταίος Βασιλιάς του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ΙΑ! ο Παλαιολόγος δεν μπόρεσε να κρατήσει την ορμή των βαρβάρων. Η κερκόπορτα άνοιξε ύστερα από στενή πολιορκία έξι μηνών και τα αφηνιασμένα βαρβαρικά στίφη σαν σίφωνας όρμισαν στη βασιλίδα των πόλεων και την κατέστρεφαν κυριολεκτικά. Λεηλασίες, σφαγές, αρπαγές, φόνοι και καταστροφές επακολούθησαν.

Ο πορθητής Μωάμεθ ο Β! καβάλα στο άλογο του μπαίνει περήφανος στην πόλη και βεβηλώνει με την παρουσία του την Αγία Σοφία, το κόσμημα της Χριστιανοσύνης. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ! ο Παλαιολόγος επισφράγισε πέφτοντας πολεμώντας σαν απλός στρατιώτης, σε ηλικία 49 ετών, στο πεδίο της τιμής, το τέλος της πολύχρονης Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο δικέφαλος αετός, το έμβλημα του Βυζαντίου, δίπλωσε τα φτερά του και έπεσε στη γη. Η βασιλίδα των πόλεων, η θρυλική πόλη, γονάτισε μπροστά στη βαρβαρότητα. «Η πόλις εάλω» όπως ανέφεραν οι χρονογράφοι της εποχής εκείνης. Το πάρσιμο της πόλης ήταν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα, που επηρέασαν πάρα πολύ τον Ελληνισμό και άλλαξαν την πορεία της ιστορίας σε ολόκληρο το κόσμο. Βαθιά πολύ βαθιά ήταν τα αίτια που συντελέσαν στη πτώση του Βυζαντίου.

Η κατάληψη από τους Τούρκους των Μικρασιατικών εδαφών, που προηγήθηκε, στέρησαν το Βυζάντιο από τη στρατολογία νέων και από την είσπραξη κρατικών εσόδων. Η πολυτέλεια, η χλιδή και η ακόλαστη ζωή πολλών Βυζαντινών αυτοκρατόρων αποδυνάμωσαν το θρόνο. Οι Θρησκευτικές έριδες και η ανικανότητα, των διοικούντων να αντιληφθούν τον μεγάλο κίνδυνο που τους περιέβαλε από τις κατακτητικές βλέψεις των Τούρκων και η αδιαφορία των Χριστιανικών κρατών και ιδίως του Πάπα να υπερασπίσουν τη Χριστιανοσύνη, επιδείνωσαν την κατάσταση. Το πρώτο σοβαρό κτύπημα, όπως γράφει ο Άγγλος βυζαντινολόγος Στήβιν Ράνσιμαν, επέφερε η Φραγκοκρατία που πραγματοποιήθηκε το 1204 με την κατάληψη της πόλης από τους Σταυροφόρους. «Η δυνατότητα κατακτήσεως υπό των Οθωμανών της Κωνσταντινουπόλεως -γράφει- οφείλεται στο έγκλημα των σταυροφόρων το 1204. Αυτό είχε σαν συνέπεια να επέλθει ο διαμελισμός και η ταπείνωση του Βυζαντίου, που εμπόδισαν τον Αυτοκράτορα να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να παγιώσει μια ισορροπία δύναμης σε σχέση με το Οθωμανικό κράτος που αναγεννιόταν». Ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας μιας υπερχιλιετούς ενδόξου ιστορίας θραύτηκε τότε για πρώτη φορά και αυτό υπήρξε ένα από τα βασικότερα αίτια να σπάσει και πάλι η κρίκωση της ιστορικής αλυσίδας και να πέσει η πόλις στα χέρια των Αγαρηνών.

Η καταραμένη εκείνη Τρίτη στις 29 του Μάη, παρέμεινε από τότε σαν ένα καυτερό ορόσημο στην ιστορία του Γένους. Στη Βασιλίδα των πόλεων, το λίκνο του πολιτισμού, το κέντρο της ορθοδοξίας, δεν κυμάτιζε πλέον ο δικέφαλος αετός των Παλαιολόγων, έπεσε μαζί με τον ηρωικό πρωτομάρτυρα Βασιλιά, το σεπτό και γενναίο Κωνσταντίνο. Θα ηχούν πάντοτε, όσοι αιώνες και αν περάσουν τα λόγια του, που απευθυνόμενος στον αμυνόμενο λαό της πολιορκημένης πόλης είπε « Κύριοι, ένδοξοι ηγέτες του στρατού και εσείς φίλοι Χριστιανοί σύμμαχοι. Τώρα βλέπουμε την ώρα της μάχης να πλησιάζει. Πάντα πολεμήσαμε με δόξα εναντίων των εχθρών του Χριστιανισμού. Τώρα η υπεράσπιση της πατρίδος σας και της πόλης που είναι γνωστή σε όλον τον κόσμο και την οποία οι άπιστοι κι’ οι εχθροί Τα τείχη μας έχουν καμφθεί από τα σφυροκοπήματα του εχθρού.

Αδελφοί, γνωρίζετε άριστα ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε να συμφωνήσουμε άπαντες, ότι θα προτιμήσομε τον θάνατο από τη ζωή. Πρώτα υπέρ πίστεως ­και ευσεβείας μας, δεύτερον υπέρ πατρίδος και τρίτον υπέρ Βασιλέως ως Χριστού του Κυρίου και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων. Λοιπόν αδελφοί μου γι’ αυτούς τους τέσσερις λόγους οφείλουμε να αγωνισθούμε μέχρις εσχάτων. Φτερούγιζαν ακόμα και μεταλαμπαδεύονταν από στόμα σε στόμα, οι γεμάτες κλέους, τιμής και δόξας λέξεις που είπε με τα δικά του λόγια, το νεότερο μολών λαβέ των Ελλήνων, σαν απάντηση στov  Mωάμεθ, όταν του ζήτησε να τον παραδώσει την Πόλη και να φύγει με τα υπάρχοντά του στην Πελοπόννησο. «Το δε την πάλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ άλλου τινός των εν αυτή οικούντων, πάντες γάρ κοινή γνώμη αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν μη φειδόμενοι της ζωής ημών». Η τελευταία λειτουργία στην Αγία Σοφία έγινε την Κυριακή στις 27 Μαΐου του 1453. Οι ιστορικοί μας λένε ότι τις δεήσεις των ιερέων κάλυπταν τα κλάματα των παιδιών, οι κλαυθμοί των γυναικών και οι γογγυσμοί των γερόντων.

Ο έμπιστος φίλος του αυτοκράτορα και ιδιαίτερος γραμματέας του Γεώργιος Φραντζής μας εξιστορεί τι συνέβησαν λίγες ώρες πριν από την άλωση. Ο αυτοκράτορας -μας λέγει- διέταξε να πάρουν στα χέρια οι αρχιερείς, οι ιερείς και οι μοναχοί τις άγιες εικόνες και τα λάβαρα και να κάνουν λιτανεία γύρω από τα τείχη της πόλης μαζί με το λαό ψάλλοντας το Κύριε Ελέησον. Επικαλέστηκαν με θρήνους και κοπετούς τη βοήθεια της θεομήτορος για τη σωτηρία της πόλης. Ήταν όμως θέλημα Θεού η πόλη να τουρκέψει. Αυτό το φανέρωσε ο Άγγελος, όπως λέει και το ποιηματάκι. Παύσατε το χειρουβικό και σεις κεριά σβηστείτε, γιατί είναι θέλημα θεού η πόλη να τουρκέψει. Το Βυζάντιο που δεν έμεινε ανέπαφο αμαρτιών στο παρελθόν έπεσε. Η κερκόπορτα άνοιξε και τα βάρβαρα στίφη εισόρμησαν στην πόλη. Το γένος υποδουλώθηκε και έπεσε σε μια μακρόχρονη αιματόβρεκτη κατοχή. Η μεγάλη ιδέα που πέθανε στη πολιτική κονίστρα, παρέμεινε ολοζώντανη στη Ρωμαίικη καρδιά. Αν ήταν θέλημα θεού η πόλη να τουρκέψει, ήταν και θέλημα θεού -πίστευε- και πιστεύει να αναστηθεί ο μαρμαρωμένος βασιλιάς και να μεγαλουργήσει και πάλι το Βυζάντιο.

Ο Ελληνικός λαός ποτέ δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά δεν θα γίνει πραγματικότητα. Πολλά δημοτικά τραγούδια γράφηκαν και τραγουδήθηκαν καιρούς και χρόνια γύρω από το πέσιμο της Βασιλεύουσας. Τον μεγάλο πόνο που ένοιωσε, μας τον μαρτυρεί το παρακάτω μοιρολόγι: Εσείς Βουνά θρηνήσετε και πέτρες ραγισθείτε/ Και ποταμοί φυράσετε και βρύσες ξεραθείτε/Γιατί εχάθη το κλειδί όλης της Οικουμένης./ Το μάτι της Ανατολής και της Χριστιανοσύνης./ Και συ σελήνη τ’ ουρανού τη γη μη την φωτίσεις./ Και σεις νερά τρεχούμενα, σταθείτε μην κινήστε./ Και θάλασσα βρυχήσθητε τη συμφορά της πόλης. Το πιο γνωστό με τους βαθύτερους συγκινησιακούς κραδασμούς, αλλά και με την ποθούμενη διαβεβαίωση ότι η λευτεριά θα ξαναγυρίσει και ξανά θα αναστηθεί στην πανάρχαια κοιτίδα της είναι αυτό που τραγουδήθηκε επί αιώνες στο σκλαβωμένο γένος γιατί έδινε τροφή στα όνειρα και ελπίδα στους εθνικούς του λογισμούς: Σήμαιν’ ο ουραν6ς, σημαίν’ η γη, σημαίνουν επουράνια./ Σημαίνει κι Αγια-Σοφιά το μέγα Μοναστήρι,/ Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες,/ Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος. Και παρακάτω σε κάποια στροφή του, βλέποντας την Παναγία να κλαίει απαρηγόρητα για το κατάντημα της Χριστιανοσύνης, έρχεται η καταπονημένη φωνή του καταδυναστευμένου Ραγιά να την παρηγορήσει: Σώπανε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις,/ Πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
2
+
1
=