Αλ Καπόνε: Η ιστορία του απόλυτου μαφιόζου της Αμερικής

Τελευταία ενημέρωση: 2018-01-17, 22:35:23
Αλ Καπόνε: Η ιστορία του απόλυτου μαφιόζου της Αμερικής

Το όνομά του είναι το συνώνυμο της μαφίας και των γκάνγκστερς. Λίγοι «νονοί» απόλαυσαν ποτέ τη δόξα, την αίγλη και τις πολιτικές διασυνδέσεις του Καπόνε που έγινε το μεγάλο αφεντικό της Αμερικής στο οργανωμένο έγκλημα κυρίως την εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Η θρυλική του ιστορία έχει απαθανατιστεί στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο ενώ η αμύθητη περιουσία που συγκέντρωσε τον έκαναν έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της Αμερικής.

Ο Αλφόνσο «Αλ» Γκαμπριέλε Καπόνε γεννιέται στις 17 Ιανουαρίου 1899 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης μέσα σε οικογένεια Ιταλών μεταναστών: ο πατέρας του έβγαζε τα προς το ζην κάνοντας τον μπαρμπέρη, έχοντας καταφτάσει στον Νέο Κόσμο με τη γυναίκα και τα δυο του παιδιά, τον δίχρονο Βιντσέντζο και το βρέφος Ραφαέλε, το 1894. Το φτωχικό σπιτικό του Μπρούκλιν ήταν χτισμένο σε κακόφημη συνοικία, δίπλα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, αν και η θεοσεβούμενη φαμίλια παρέμενε νομοταγής. Ήταν πιθανότατα το αυστηρό σχολικό περιβάλλον, ένα καθολικό ίδρυμα, που με τους ξυλοδαρμούς και τη βία εκτροχίασαν τον ψυχισμό του αγοριού, το οποίο παρά το γεγονός ότι φάνταζε πολλά υποσχόμενος μαθητής, στα 14 του αποβλήθηκε επειδή ξυλοκόπησε τη δασκάλα του και δεν επέστρεψε ποτέ.

Ο Αλ Καπόνε τότε θα γνωρίσει τον διαβόητο γκάγκστερ Τζόνι Τόριο, τον μέντορά του στο έγκλημα, αυτόν που θα του διδάξει τη χρησιμότητα της νόμιμης βιτρίνας όταν λειτουργείς παράνομες επιχειρήσεις. Ο ίδιος είχε μετατρέψει την εγκληματική βιομηχανία του σε αξιοσέβαστο επιχειρηματικό κολοσσό και έβαλε τον έφηβο Καπόνε στη συμμορία των πιτσιρικάδων του (James Street Boys), η οποία σύντομα θα αναρριχηθεί στη συμμορία των Five Points! Στα 18 του κάνοντας ένα πρόστυχο κοπλιμέντο στην αδερφή ενός μικροαφεντικού της Μαφίας βρέθηκε σημαδεμένος στο πρόσωπο με τρεις χαρακιές. Το παρατσούκλι «σημαδεμένος» τον συντρόφευε σε όλη του τη ζωή.

Το 1925 ο Τόριο αποσύρεται από το θρόνο της παρανομίας και στη θέση του ανεβαίνει ο Καπόνε, διευθύνοντας μια αυτοκρατορία τζόγου, πορνείας και αλκοόλ. Αφού ξέκανε και μια σειρά από αντίπαλες φαμίλιες, ήταν τώρα το αδιαφιλονίκητο αφεντικό του υποκόσμου στο Σικάγο. Ο Καπόνε δεν οπλοφορούσε ποτέ, αν και δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τουλάχιστον δύο σωματοφύλακες. Ταξίδευε μόνο τη νύχτα και ινκόγκνιτο, περιορίζοντας τις ημερήσιες μετακινήσεις του μόνο όταν ήταν εντελώς απαραίτητο.

Με τη βοήθεια των δύο αδελφών του, Φρανκ (Βιντσέντζο) και Ραλφ (Ραφαέλε), ο Καπόνε άπλωσε τα πλοκάμια του στην αστυνομία και την πολιτειακή κυβέρνηση του Σικάγου και πλέον λειτουργούσε τις παράνομες επιχειρήσεις του (οίκοι ανοχής, χαρτοπαικτικές λέσχες και κρυμμένα μπαρ) σχεδόν ανενόχλητος.

Στις εκλογές απήγαγε σωρηδόν εργαζομένους του αντίπαλου κόμματος και απειλούσε ανοιχτά τους ψηφοφόρους, αποκτώντας τελικά θέση στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης, όχι βέβαια προτού ο αδερφός του Φρανκ σκοτωθεί σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την αστυνομία. Τη μόνη φορά που έχασε την παροιμιώδη ψυχραιμία του και σκότωσε μικροκακοποιό σε δημόσια θέα (μέσα σε μπαρ) στάθηκε τυχερός, καθώς οι λιγοστοί αυτόπτες μάρτυρες κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Κατά τα άλλα, νοίκιασε σουίτα στο περίφημο ξενοδοχείο Metropole Hotel, σύχναζε στην όπερα και έπιασε φιλίες με τον Τύπο, καθώς τώρα επιδίωκε τη δημοσιότητα και την κάλυψη των εφημερίδων. Ήθελε να είναι πια αξιοσέβαστος επιχειρηματίας που επιδιδόταν σε αγαθοεργίες και φιλανθρωπίες. Έβαλε στο  στόχαστρό του την παράνομη απόσταξη ουίσκι και με τη βοήθεια του καλού του φίλου Φράνκι Γέιλ στη Νέα Υόρκη, άρχισε να φέρνει στο Σικάγο τεράστιες ποσότητες αλκοόλ. Το λαθρεμπόριο του ουίσκι τον έκανε ζάμπλουτο και πιο βίαιο. Κάθε αστυνομική και εισαγγελική διερεύνηση εναντίον του αποτύγχανε και οι αστυνομικές έφοδοι στα κρυσφήγετά του στέφονταν με αποτυχία. Ο Καπόνε παραδόθηκε κάποια στιγμή στην αστυνομία, ξέροντας ότι δεν είχαν τίποτα εναντίον του. Ελεύθερος και πάλι, κατάφερε να ξεγελάσει και να ντροπιάσει τις αρχές του Σικάγου, κυκλοφορώντας σαν λαϊκός ήρωας!

Ο Αλ Καπόνε από το 1927 μπαίνει στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών και τον Μάιο του ίδιου χρόνου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο λαθρέμπορας όφειλε να πληρώνει φόρους για τις παράνομες δραστηριότητές του (παρά το περίεργο της απόφασης, ήταν ο μόνος τρόπος να βάλουν οι αρχές στο χέρι τους μαφιόζους). Με την απόφαση ανά χείρας, το νεοσύστατο και μικρό Special Intelligence Unit της Εφορία με υπεύθυνο τον Elmer Irey, ήταν έτοιμο να κυνηγήσει τον Καπόνε. Ο «νονός» κατέφυγε οικογενειακώς στο Μαϊάμι και αγόρασε μια τεράστια έκταση, την οποία άρχισε να ανακαινίζει ριζικά. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στην εφορία να παρακολουθήσει στενά τα έξοδα του Καπόνε, συνάγοντας έτσι το εισόδημά του.

Ο Καπόνε ζούσε εκτός Σικάγου πλέον και η βία στο Σικάγο ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Αποκορύφωμα αυτής της βίας ήταν η Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου όταν εφτά πρωτοπαλίκαρα του ιρλανδικής καταγωγής γκάγκστερ Τζορτζ «Μπαγκς» Μόραν, συνεργάτη του Γέιλ και Νο 1 εχθρού του Καπόνε, εκτελέστηκαν από άντρες ντυμένους αστυνομικούς. Ο Μόραν τη γλίτωσε από σπόντα, καθώς κατέφτασε στο γκαράζ αργοπορημένος, είδε το περιπολικό και την έκανε επιτόπου. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα δείγματα μαφιόζικης δράσης. Κανείς δεν κατηγορήθηκε ή καταδικάστηκε ποτέ για τη μαζική δολοφονία αν και όλοι υπέθεταν πως ο υπαίτιος του μακελειού, ήταν ο «αρχινονός» Αλ Καπόνε.

Ήταν η αρχή του τέλους για τον Αλ Καπόνε, καθώς η σφαγή σόκαρε την κοινή γνώμη σε όλες τις ΗΠΑ. Ο Καπόνε μπήκε στο στόχαστρο του Χέρμπερτ Χούβερπου τον ήθελε οπωσδήποτε στη φυλακή. Η κυβέρνηση οργάνωσε ολόκληρη επιχείρηση προκειμένου να τον συλλάβει για φορολογική απάτη. Τον Μάρτιο του 1929, συνελήφθη και καταδικάστηκε για ασέβεια προς το δικαστήριο. Αφού βγήκε με εγγύηση, συνελήφθη εκ νέου στη Φιλαδέλφεια τον Μάιο με κατηγορίες για οπλοκατοχή, αφού τον τσάκωσαν με «σιδερικό» πάνω του την ώρα που έβγαινε από κινηματογραφική αίθουσα. Αφού πέρασε 9 μήνες στη φυλακή, αφέθηκε τελικά ελεύθερος λόγω καλής διαγωγής το 1930.

Η αστυνομία άρχισε να διαλύει το συνδικάτο του, κατάσχοντας αποστακτήρια, εξοπλισμό και καταστρέφοντας το πολύτιμο αλκοόλ, προκαλώντας του ζημίες εκατομμυρίων. Το δικαστήριο τον κατηγόρησε για 22 υποθέσεις φοροδιαφυγής. Ο Καπόνε και 68 μέλη της σπείρας του κατηγορήθηκαν για 5.000 ξεχωριστές παραβιάσεις του νόμου, τόσο φορολογικές όσο και στο πλαίσιο της Ποτοαπαγόρευσης.

Ο Καπόνε κηρύχθηκε ένοχος σε μια δίκη στην οποία πάλεψε να εξαγοράσει μάρτυρες και ενόρκους για 7 υποθέσεις φοροδιαφυγής. Ο δικαστής τον καταδίκασε σε 11 χρόνια φυλάκισης, πρόστιμο 50.000 δολαρίων και άλλα 30.000 δολάρια για δικαστικά έξοδα. Τον Αύγουστο του 1934, ο Αλ Καπόνε μεταφέρθηκε από τις πολιτειακές φυλακές της Ατλάντα στον διαβόητο βράχο του Αλκατράζ του Σαν Φρανσίσκο. Η υγεία του είχε επιβαρυνθεί από τη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε για χρόνια και πλέον ήταν σχεδόν σε κατάσταση παραφροσύνης. Βγήκε από τη φυλακή το 1939. Με κλονισμένη υγεία αποσύρθηκε στο παλάτι του στο Palm Island της Φλόριντα έχοντας πάντα στο πλευρό του τη γυναίκα και τους γιους του. Εκεί θα άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Ιανουαρίου 1947, χτυπημένος από καρδιακό επεισόδιο στα 48 του χρόνια. 

 thetoc.gr

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
3
+
8
=